Latest News

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Πασίγνωστη ηθοποιός ξενυχτάει στην τσόχα: «Είμαι μεγάλο χαρτόμουτρο, η Άννα Βίσση με έμαθε να παίζω»!

 


Η δημοφιλής ηθοποιός, φιλοξενούμενη στη διαδικτυακή εκπομπή «Rainbow Mermaids», παραδέχτηκε ανοιχτά πως έχει εξελιχθεί σε πραγματικό… «χαρτόμουτρο», αφού το παιχνίδι στην τσόχα είναι το αγαπημένο της.

Την αποκάλυψη έκανε η Ευγενία Σαμαρά, η οποία αναφέρθηκε στην διάσημη «δασκάλα» της Άννα Βίσση, αλλά και στη δυνατή συμπαίκτριά της, Μαρία Καβογιάννη.

«Μου έδειξε η Άννα Βίσση αλλά τότε δεν άρχισα να παίζω. Αργότερα βρέθηκα στο σπίτι της Μαρίας Καβογιάννη στο Πήλιο και έγινα μεγάλο χαρτόμουτρο. Η διαφορά του χαρτοπαίκτη είναι ότι δεν σταματάει να παίζει. Εμείς ξεκινάμε να παίζουμε στις 19.00 το απόγευμα και στις 07.00 το πρωί θέλουμε να συνεχίσουμε» ανέφερε η ηθοποιός.

Στη συνέχεια πρόσθεσε πως οι πιο ανταγωνιστικοί στην παρέα δεν είναι «επώνυμοι». Όπως είπε: «Σε κανέναν δεν αρέσει να χάνει, οι πιο ανταγωνιστικοί είναι οι άντρες της παρέας. Η Άννα Βίσση έριξε τον σπόρο σε όλο αυτό».

Σε άλλο σημείο, η Ευγενία Σαμαρά μίλησε για τη συμμετοχή της στη σειρά «Σασμός», που την έκανε ευρύτερα γνωστή: «Μου ταίριαζε πάρα πολύ ο ρόλος, θα μπορούσε πολύ άνετα να είμαι δικηγόρος. Η αλήθεια ήταν ότι μέχρι τότε ανέβαινε σκαλί το σκαλί, άνοιγε, άνοιγε και ήρθε και έκανε ένα μεγάλο άνοιγμα, ούσα κι εγώ πιο έτοιμη γι’αυτό.

Γιατί πιστεύω πως η ζωή μας φέρνει τα πράγματα όταν είμαστε έτοιμοι να τα διαχειριστούμε, ότι αντέχουμε σε σχέση με την εξέλιξή μας.

Google News

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο

Νομίζεις ότι μεταδίδονται; 6 παθήσεις που δεν «κολλάνε» με την επαφή

 


Όταν βλέπουμε κάποιον με έντονο εξάνθημα, επίμονο βήχα ή άλλα εμφανή συμπτώματα, είναι εύκολο να αναρωτηθούμε αν αυτό που έχει «κολλάει». Ωστόσο, η εικόνα μιας πάθησης δεν αρκεί για να δείξει αν είναι μεταδοτική.

Το σημαντικό είναι τι προκαλεί την πάθηση και με ποιον τρόπο μεταδίδεται ο συγκεκριμένος μικροοργανισμός, όταν υπάρχει λοίμωξη. Άλλες ασθένειες προκαλούνται από ιούς ή βακτήρια και μπορούν να μεταδοθούν, ενώ άλλες σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα, περιβαλλοντικούς παράγοντες ή άλλους μηχανισμούς και δεν περνούν από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Υπάρχουν, μάλιστα, και παθήσεις στις οποίες η απάντηση δεν είναι απλώς «μεταδοτική» ή «μη μεταδοτική», αλλά εξαρτάται από την αιτία.

1. Πνευμονία

Η πνευμονία δεν είναι από μόνη της μία συγκεκριμένη λοίμωξη, αλλά ένας γενικός όρος για φλεγμονή των πνευμόνων που μπορεί να οφείλεται σε διαφορετικά αίτια.

Η ιογενής και η βακτηριακή πνευμονία μπορούν να σχετίζονται με μικρόβια που μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όποιος εκτεθεί στο συγκεκριμένο μικρόβιο θα εμφανίσει απαραίτητα πνευμονία. Μπορεί να μην εμφανίσει συμπτώματα ή να αναπτύξει διαφορετική λοίμωξη.

Υπάρχουν, από την άλλη, μορφές που δεν μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πνευμονία από εισρόφηση, η οποία προκαλείται όταν τροφή, υγρά, σάλιο ή γαστρικό περιεχόμενο εισέλθουν στους αεραγωγούς.

Το ίδιο ισχύει για ορισμένες μυκητιασικές πνευμονίες, οι οποίες μπορεί να προκύψουν από έκθεση σε μύκητες του περιβάλλοντος.

2. Ψωρίαση

Η ψωρίαση μπορεί να προκαλεί εμφανείς κόκκινες πλάκες, ξηρότητα και χαρακτηριστικά λέπια στο δέρμα, όμως δεν είναι μεταδοτική.

Πρόκειται για χρόνια φλεγμονώδη πάθηση που σχετίζεται με δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Δεν προκαλείται από κάποιο μικρόβιο που μπορεί να περάσει από έναν άνθρωπο σε άλλον.

Αυτό σημαίνει ότι η ψωρίαση δεν κολλάει με την επαφή, το άγγιγμα ή τη συνύπαρξη με έναν άνθρωπο που πάσχει από αυτήν.

3. Βρογχίτιδα

Και εδώ η αιτία κάνει τη διαφορά.

Η οξεία βρογχίτιδα προκαλείται συνήθως από ιούς και, επομένως, μπορεί να συνδέεται με μεταδοτική λοίμωξη. Ο βήχας, τα σταγονίδια και η στενή επαφή μπορούν να διευκολύνουν τη μετάδοση του υπεύθυνου ιού.

Η χρόνια βρογχίτιδα, αντίθετα, αποτελεί μορφή χρόνιας πνευμονοπάθειας και δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Συνδέεται συχνά με το κάπνισμα και τη μακροχρόνια έκθεση σε ερεθιστικούς παράγοντες.

Επομένως, το να βρίσκεται κάποιος δίπλα σε έναν άνθρωπο με χρόνια βρογχίτιδα δεν σημαίνει ότι κινδυνεύει να «κολλήσει» τη νόσο.

4. Νόσος Lyme

Η νόσος Lyme προκαλείται από βακτήρια του γένους Borrelia και μεταδίδεται κυρίως μέσω του τσιμπήματος μολυσμένου κρότωνα (τσιμπουριού).

Δεν μεταδίδεται με την καθημερινή επαφή με έναν άνθρωπο που έχει τη νόσο. Έτσι, το χαρακτηριστικό εξάνθημα που μπορεί να εμφανιστεί σε ορισμένους ασθενείς δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για να θεωρηθεί η πάθηση μεταδοτική.

Στα πρώτα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνονται πυρετός, κόπωση, πονοκέφαλος και χαρακτηριστικό κυκλικό εξάνθημα γύρω από το σημείο του τσιμπήματος.

5. Ουρολοιμώξεις

Οι περισσότερες λοιμώξεις του ουροποιητικού δεν είναι μεταδοτικές και δεν θεωρούνται σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις.

Συχνά εμφανίζονται μετά τη σεξουαλική επαφή, ιδιαίτερα στις γυναίκες, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο ένας σύντροφος «κολλάει» την ουρολοίμωξη από τον άλλον.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, βακτήρια που βρίσκονται ήδη στην περιοχή του εντέρου μεταφέρονται στην ουρήθρα και από εκεί στο ουροποιητικό σύστημα. Η σεξουαλική δραστηριότητα μπορεί να διευκολύνει αυτή τη μεταφορά.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε σύμπτωμα από το ουροποιητικό είναι ουρολοίμωξη. Ορισμένες σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις μπορούν επίσης να προκαλέσουν συμπτώματα από το ουροποιητικό, γι’ αυτό η σωστή διάγνωση έχει σημασία.

6. Ελονοσία

Η ελονοσία είναι σοβαρή λοιμώδης νόσος, όμως δεν μεταδίδεται με την απλή καθημερινή επαφή από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Προκαλείται από παράσιτα του γένους Plasmodium και μεταδίδεται κυρίως μέσω του τσιμπήματος μολυσμένου κουνουπιού Anopheles.

Σε σπανιότερες περιπτώσεις, μπορεί να μεταδοθεί και με άλλους τρόπους, όπως μέσω μολυσμένου αίματος, κοινής χρήσης μολυσμένων βελονών ή από μητέρα στο παιδί κατά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό.

Επομένως, η παρουσία ενός ανθρώπου με ελονοσία στον ίδιο χώρο δεν σημαίνει ότι η νόσος μπορεί να μεταδοθεί μέσω της απλής επαφής.

Η «μεταδοτικότητα» δεν κρίνεται από την εικόνα της ασθένειας

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν αρκεί ένα σύμπτωμα για να χαρακτηρίσουμε μια πάθηση μεταδοτική.

Ένα εξάνθημα μπορεί να οφείλεται σε αυτοάνοση πάθηση, ένας έντονος βήχας σε χρόνια πνευμονοπάθεια, ενώ μια λοιμώδης νόσος μπορεί να μεταδίδεται μόνο μέσω συγκεκριμένου φορέα, όπως το κουνούπι ή το τσιμπούρι.

Σε περίπτωση συμπτωμάτων ή πιθανής έκθεσης σε λοιμώδη νόσο, η διάγνωση από επαγγελματία υγείας είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να διαπιστωθεί η αιτία και αν υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης.

Google News

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο

Χοληστερίνη: Νέες οδηγίες για την LDL – Πότε πρέπει να ξεκινά ο έλεγχος

 


Νέα δεδομένα αλλάζουν την προσέγγιση στην πρόληψη και αντιμετώπιση της υψηλής χοληστερόλης στις ΗΠΑ, με τους ειδικούς να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στον έγκαιρο έλεγχο, στην πρόληψη από μικρότερη ηλικία και στη διατήρηση της «κακής» LDL χοληστερόλης σε χαμηλότερα επίπεδα.

Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες επικαιροποιούν το πλαίσιο που ίσχυε από το 2018 και διευρύνουν την προσέγγιση στη δυσλιπιδαιμία, δηλαδή στις διαταραχές των λιπιδίων και των λιποπρωτεϊνών που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου.

Γιατί δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην LDL

Η αυξημένη LDL χοληστερόλη μπορεί να συσσωρεύεται στα τοιχώματα των αρτηριών με την πάροδο του χρόνου, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης και αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου.

Οι ειδικοί επισημαίνουν, ωστόσο, ότι η LDL δεν αποτελεί τον μοναδικό δείκτη που πρέπει να αξιολογείται. Και άλλες κατηγορίες λιπιδίων και λιποπρωτεϊνών μπορούν να εμφανίσουν παθολογικές τιμές και να επηρεάσουν τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Η νέα φιλοσοφία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη διάρκεια της έκθεσης σε αυξημένα επίπεδα αθηρογόνων λιποπρωτεϊνών. Με άλλα λόγια, η αντιμετώπιση του προβλήματος σε μικρότερη ηλικία μπορεί να περιορίσει τη συσσώρευση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ζωής.

Χοληστερίνη: Έλεγχος από την παιδική ηλικία

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά την ηλικία στην οποία προτείνεται να πραγματοποιείται ο πρώτος έλεγχος της χοληστερόλης.

Οι νέες αμερικανικές οδηγίες συστήνουν εξέταση των λιπιδίων σε παιδιά ηλικίας 9 έως 11 ετών, εφόσον δεν έχει προηγηθεί αντίστοιχος έλεγχος.

Σε παιδιά με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό σοβαρής καρδιαγγειακής νόσου ή διαταραχών της χοληστερόλης, ο έλεγχος μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμη νωρίτερα, ακόμη και από την ηλικία των 2 ετών.

Η λογική είναι να εντοπίζονται όσο το δυνατόν νωρίτερα οι περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει αυξημένος κίνδυνος, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν εγκαίρως αλλαγές στη διατροφή και στον τρόπο ζωής ή, όταν χρειάζεται, θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Νέο εργαλείο για τον υπολογισμό του καρδιαγγειακού κινδύνου

Σημαντικό ρόλο στις νέες οδηγίες έχει και το εργαλείο PREVENT, το οποίο χρησιμοποιείται για την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε ορίζοντα 10 και 30 ετών για άτομα ηλικίας 30 έως 79 ετών.

Η εκτίμηση μπορεί να βασιστεί σε στοιχεία που συνήθως συλλέγονται κατά τον προληπτικό έλεγχο, όπως:

  • τα επίπεδα χοληστερόλης,
  • η αρτηριακή πίεση,
  • η ηλικία,
  • καθώς και παράγοντες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής.

Οι γιατροί μπορούν να προσθέσουν και άλλες πληροφορίες για να διαμορφώσουν πιο εξατομικευμένη εικόνα του κινδύνου και να αποφασίσουν εάν χρειάζεται παρέμβαση για τη μείωση της LDL.

Για άτομα με οριακό κίνδυνο, δηλαδή εκτιμώμενη πιθανότητα 3%-5% εμφάνισης αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου μέσα σε 10 χρόνια, μπορεί να εξεταστεί η έναρξη παρεμβάσεων για τη μείωση της LDL.

Στην κατηγορία του ενδιάμεσου κινδύνου, από 5% έως 10%, η ανάγκη για θεραπεία αξιολογείται πιο ενεργά στο πλαίσιο της συνολικής εικόνας του ασθενούς.

Πόσο πρέπει να είναι η LDL

Οι νέες οδηγίες επαναφέρουν συγκεκριμένους στόχους για την LDL-C, οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιούνται από τους γιατρούς τόσο για την επιλογή της θεραπείας όσο και για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητάς της.

Οι στόχοι διαμορφώνονται ως εξής:

  • Οριακός ή ενδιάμεσος κίνδυνος: LDL-C κάτω από 100 mg/dL
  • Υψηλός καρδιαγγειακός κίνδυνος: LDL-C κάτω από 70 mg/dL
  • Πολύ υψηλός κίνδυνος σε ασθενείς με αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο: LDL-C κάτω από 55 mg/dL

Η κατεύθυνση των νέων συστάσεων είναι σαφής ως προς τη σημασία της χαμηλής LDL, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που έχουν ήδη αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Σύμφωνα με την καρδιολόγο Pamela B. Morris, κλινικές μελέτες έχουν καταγράψει οφέλη από την περαιτέρω μείωση της LDL-C και τη μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

Οι στατίνες παραμένουν βασική επιλογή

Παρά τις αλλαγές στις κατευθυντήριες οδηγίες, οι στατίνες εξακολουθούν να αποτελούν βασικό όπλο για τη μείωση της LDL χοληστερόλης.

Παράλληλα, οι γιατροί έχουν στη διάθεσή τους και άλλες φαρμακευτικές επιλογές, όπως:

  • εζετιμίμπη (ezetimibe),
  • bempedoic acid,
  • αναστολείς PCSK9,
  • inclisiran.

Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας δεν είναι ίδια για όλους. Εξαρτάται από τα επίπεδα της LDL, τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, το ιατρικό ιστορικό και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.

Διατροφή και τρόπος ζωής παραμένουν στην πρώτη γραμμή

Παρά την αυξημένη έμφαση στη φαρμακευτική αντιμετώπιση όταν αυτή κρίνεται απαραίτητη, οι ειδικοί εξακολουθούν να θεωρούν τις αλλαγές στον τρόπο ζωής βασικό μέρος της πρόληψης.

Η ισορροπημένη διατροφή, η τακτική σωματική δραστηριότητα και η γενικότερη βελτίωση των καθημερινών συνηθειών μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ.

Οι τακτικές εξετάσεις αίματος βοηθούν επίσης στον έγκαιρο εντοπισμό αυξημένων τιμών χοληστερόλης, επιτρέποντας την αξιολόγηση του συνολικού κινδύνου και την έγκαιρη λήψη αποφάσεων.

Το μήνυμα των νέων οδηγιών

Η βασική αλλαγή στη φιλοσοφία των αμερικανικών οδηγιών είναι η μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη από νωρίς.

Η παρακολούθηση της χοληστερόλης ξεκινά σε μικρότερη ηλικία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ενώ οι στόχοι για την LDL γίνονται αυστηρότεροι για όσους αντιμετωπίζουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην ιδέα ότι η διατήρηση χαμηλότερων επιπέδων LDL για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών προβλημάτων αργότερα στη ζωή.

Οι συγκεκριμένες θεραπευτικές αποφάσεις, πάντως, λαμβάνονται εξατομικευμένα από τον θεράποντα γιατρό, με βάση το συνολικό προφίλ κινδύνου κάθε ασθενούς.

Google News

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο

ΈΡΕΥΝΑ: Πότε αφήνουν το πατρικό οι νέοι στην Ελλάδα – Τι δείχνει η Eurostat


 Σχεδόν μέχρι τα 31 τους χρόνια παραμένουν κατά μέσο όρο στο πατρικό τους σπίτι οι νέοι στην Ελλάδα, κατατάσσοντας τη χώρα μας μεταξύ εκείνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου η αποχώρηση από την οικογενειακή εστία γίνεται σε μεγαλύτερη ηλικία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, η μέση ηλικία στην οποία οι νέοι στην Ελλάδα εγκαταλείπουν το πατρικό τους διαμορφώθηκε στα 30,9 έτη. Την ίδια ηλικία καταγράφει και η Σλοβακία, ενώ υψηλότερα βρίσκεται μόνο η Κροατία, όπου οι νέοι φεύγουν από το οικογενειακό σπίτι κατά μέσο όρο στα 31,5 χρόνια.

Στην πρώτη πεντάδα των χωρών όπου η αποχώρηση από το πατρικό γίνεται σε μεγαλύτερη ηλικία βρίσκονται επίσης η Ισπανία και η Ιταλία, με τον αντίστοιχο μέσο όρο να ανέρχεται στα 30,2 έτη.

Στον αντίποδα η Βόρεια Ευρώπη

Εντελώς διαφορετική είναι η εικόνα σε χώρες της βόρειας Ευρώπης. Τη χαμηλότερη μέση ηλικία αποχώρησης από το πατρικό κατέγραψε η Φινλανδία, στα 21,4 έτη, ενώ ακολούθησαν η Δανία με 21,8 και η Εσθονία και η Λιθουανία με 22,7 έτη.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι νέοι εγκατέλειψαν το πατρικό τους σπίτι το 2025 κατά μέσο όρο στην ηλικία των 26,3 ετών, έναντι 26,2 ετών το 2024.

Η διαφορά ανάμεσα στις χώρες δεν περιορίζεται, ωστόσο, μόνο στην ηλικία κατά την οποία οι νέοι εγκαθίστανται σε δικό τους σπίτι. Η Eurostat εξετάζει παράλληλα τη σχέση ανάμεσα στην αποχώρηση από την οικογενειακή εστία και την απασχόληση των νέων ηλικίας 20 έως 29 ετών.

Το 2025, το μέσο ποσοστό απασχόλησης για αυτή την ηλικιακή ομάδα στην ΕΕ διαμορφώθηκε στο 65,5%.

Αργότερη αποχώρηση και χαμηλότερη απασχόληση

Όπως επισημαίνει η Eurostat, στις περισσότερες χώρες όπου οι νέοι εγκαταλείπουν το πατρικό τους νωρίτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων ηλικίας 20-29 ετών είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Ολλανδία, η Δανία, η Γερμανία και η Σουηδία, όπου οι νέοι τείνουν να εγκαθίστανται νωρίτερα εκτός της οικογενειακής κατοικίας και παράλληλα καταγράφονται υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα.

Στην άλλη πλευρά βρίσκονται χώρες όπως η Ελλάδα, η Κροατία, η Ισπανία και η Ιταλία, όπου η αποχώρηση από το πατρικό γίνεται σε μεγαλύτερη ηλικία και το ποσοστό απασχόλησης των νέων 20-29 ετών ήταν χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν έτσι δύο διαφορετικές πραγματικότητες μέσα στην Ευρώπη, με την ηλικία οικονομικής και στεγαστικής ανεξαρτητοποίησης των νέων να παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις από χώρα σε χώρα.


Google News

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο