Το δικαστήριο έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο για βαριά σωματική βλάβη με ενδεχόμενο δόλο σε βαθμό πλημμελήματος, μετατρέποντας την αρχική κακουργηματική κατηγορία της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης. Παράλληλα, του αναγνώρισε τα ελαφρυντικά της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς και της ειλικρινούς μεταμέλειας. Σε πρώτο βαθμό, ο γιατρός είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη πέντε ετών.
Η υπόθεση ξεκίνησε το 2018, όταν γυναίκα από περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία παρακολουθούνταν προληπτικά λόγω οικογενειακού ιστορικού καρκίνου του μαστού, απευθύνθηκε στον συγκεκριμένο γιατρό μετά τον εντοπισμό ασβεστώσεων κατά τη διάρκεια εξετάσεων.
Σύμφωνα με όσα κατήγγειλε η ίδια, ο γιατρός της συνέστησε να υποβληθεί σε γονιδιακό έλεγχο προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπήρχε κληρονομική προδιάθεση για ανάπτυξη καρκίνου. Όπως υποστήριξε, ενημερώθηκε στη συνέχεια ότι τα αποτελέσματα του τεστ ήταν θετικά, γεγονός που την οδήγησε στην απόφαση να προχωρήσει άμεσα σε προληπτική διπλή μαστεκτομή.
Η γυναίκα κατέθεσε ότι, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στον θεράποντα ιατρό και λόγω της προσωπικής τους σχέσης, δεν ζήτησε ποτέ να δει τα αποτελέσματα της εξέτασης πριν από την επέμβαση. Ωστόσο, μετά το χειρουργείο αντιμετώπισε σοβαρές επιπλοκές, οι οποίες οδήγησαν ακόμη και στην αφαίρεση των ενθεμάτων, ενώ χρειάστηκε να υποβληθεί σε επιπλέον ιατρικές παρεμβάσεις και μακρά περίοδο αποκατάστασης.
Όπως ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου, στη συνέχεια επικοινώνησε με το αρμόδιο ερευνητικό κέντρο που πραγματοποιεί τους συγκεκριμένους γονιδιακούς ελέγχους και ενημερώθηκε ότι η εξέταση δεν είχε πραγματοποιηθεί ποτέ, παρά το γεγονός ότι, όπως υποστήριξε, είχε καταβάλει στον γιατρό το ποσό των 800 ευρώ για τον σκοπό αυτό. Όταν τελικά προχώρησε η ίδια στον έλεγχο, τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά.
Η παθούσα υποστήριξε ότι αν γνώριζε εξαρχής τα πραγματικά δεδομένα, δεν θα συναινούσε ποτέ σε μια τόσο σοβαρή και μη αναστρέψιμη χειρουργική επέμβαση, η οποία, όπως τόνισε, επηρέασε καθοριστικά τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική της υγεία.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος γιατρός αρνήθηκε κάθε παράνομη πράξη και υποστήριξε ότι η απόφαση για τη μαστεκτομή ελήφθη από κοινού με την ασθενή, με βάση το οικογενειακό της ιστορικό, την ηλικία της και τα ευρήματα των εξετάσεων. Όπως ανέφερε στην απολογία του, η ιατρική του κρίση ήταν ορθή και σύμφωνη με την επιστημονική πρακτική, ενώ απέδωσε την επιλογή της επέμβασης και σε αισθητικούς λόγους που, κατά τον ίδιο, συνεκτιμήθηκαν κατά τη λήψη της απόφασης.
Παράλληλα, απέρριψε τους ισχυρισμούς σχετικά με τον γονιδιακό έλεγχο, επιμένοντας ότι ενήργησε σύμφωνα με όσα επέβαλλαν οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Τόνισε επίσης ότι η δικαστική περιπέτεια είχε σημαντικές επιπτώσεις στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η γυναίκα είχε προσφύγει και στα αστικά δικαστήρια, τα οποία έκριναν υπέρ της και της επιδίκασαν χρηματική αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστη.
