Latest News

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Άρειος Πάγος: «Η συνταξιοδότηση δεν καθιστά λόγο για απόλυση ή μισθολογική υποβάθμιση»

 


Οριστική δικαίωση για τους συνταξιούχους που συνεχίζουν παράλληλα την εργασία τους αποφάσισε το Β1 Εργατικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, κρίνοντας ότι η συνταξιοδότηση δεν αποτελεί λόγο απόλυσης και δεν μπορεί από μόνη της να επανακατατάξει τον εργαζόμενο στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο του... ενιαίου μισθολογίου.

Η μονομερής ενέργεια του εργοδότη συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.

Με την υπ’ αριθμ. 83/2026 απόφαση, ο Άρειος Πάγος δικαίωσε απολυθέντες συνταξιούχους-εργαζόμενους της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης-Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου, ενώ παράλληλα έθεσε τέλος σε ζητήματα καταλογισμών ποσών σε εργαζόμενους.

Υπενθυμίζεται ότι οι ίδιοι εργαζόμενοι είχαν δικαιωθεί και το 2024 από το Πρωτοδικείο Βόλου, όταν είχε κριθεί ότι η διατήρηση της εργασίας παράλληλα με τη σύνταξη δεν συνιστά νόμιμο λόγο απόλυσης, ενώ η αυτόματη κατάταξή τους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο ήταν παράνομη.

Στη συνέχεια, ο νόμος 5114/2024 ρύθμισε τη μισθολογική μεταχείριση των μισθωτών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και προέβλεψε την άρση τυχόν καταλογισμών μόνο για όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί και συνέχιζαν να εργάζονται από την 24η Ιουνίου 2023, αφήνοντας εκτός άλλες όμοιες περιπτώσεις.

Η Δ.Ε.Υ.Α. Μείζονος Περιοχής Βόλου είχε ασκήσει αναίρεση στον Άρειο Πάγο κατά των αποφάσεων που είχαν δικαιώσει τους απολυθέντες συνταξιούχους-εργαζόμενους το 2024, η οποία τελικά απορρίφθηκε, επιβεβαιώνοντας το δικαίωμα των εργαζομένων σε συνέχιση της απασχόλησης και διατήρηση των μισθολογικών τους κλιμακίων.

Τι έγινε δεκτό

Από τους αρεοπαγίτες έγινε δεκτό ότι όλες οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται σε Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας ή Κανονισμούς σχετικά με την αυτοδίκαιη καταγγελία της σύμβασης σε περίπτωση συνταξιοδότησης μισθωτού αποτελούν «ρήτρες μονιμότητας», οι οποίες έχουν καταργηθεί σύμφωνα με τον ν. 4046/2012 και την Π.Υ.Σ. 6/2012 και δέχθηκε ότι η συνταξιοδότηση, από μόνη της, δεν μπορεί να προκαλέσει την επανακατάταξη του μισθωτού στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο του ενιαίου μισθολογίου και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ο εργαζόμενος «δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως στο μισθολογικό κλιμάκιο του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, αφού στον νόμο δεν προβλέπεται αντίστροφη μισθολογική εξέλιξη».

Παράλληλα, αναφέρεται στην πόφαση ότι «η μετάπτωση του εργαζομένου σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο» συνιστά «μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας» και ότι μοναδική συνέπεια «είναι η μη αξιοποίηση της προϋπηρεσίας για την περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη».

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι που χειρίστηκαν την υπόθεση Σπύρος Μπαλατσούκας και Δημήτρης Βαλαβάνης, μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου, δήλωσαν στο Αθηναϊκό Πρακτορείο:

«Τα αντανακλαστικά, πράγματι, του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των περιπτώσεων αυτών μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Πρωτοδικείου Βόλου υπήρξαν άμεσα. Δυστυχώς, όμως η τελική ρύθμιση χαρακτηρίσθηκε από περιορισμένη αναδρομική ισχύ και, παρά τις αρκετές δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αυτός ο περιορισμός έχει κριθεί αντισυνταγματικός, δεν έχει υπάρξει θετική κίνηση εκ μέρους του Δημοσίου, με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα υπάλληλοι του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα να απειλούνται με καταλογισμό υπέρογκων ποσών. Με την απόφαση του Αρείου Πάγου επιλύεται πρωτότυπα και σε ανώτατο δικαιοδοτικό βαθμό το συνολικό νομικό ζήτημα και επιβεβαιώνεται ακόμη μία φορά η ανάγκη για συνολική και χάριν της ασφάλειας δικαίου ρύθμιση».