Τετ α τετ μέσα στον Φεβρουάριο ανάμεσα στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, προανήγγειλε σήμερα Πέμπτη (15/1) ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, επισημαίνοντας ότι οι ημερομηνίες βρίσκονται... υπό συζήτηση.
«Τον Φεβρουάριο θα πραγματοποιηθεί η συνάντηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, κοιτάμε ημερομηνίες», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Χακάν Φιντάν σε συνέντευξη Τύπου.
Επίσης, σε ερώτηση του ανταποκριτή του ΣΚΑΪ στην Κωνσταντινούπολη, Μανώλη Κωστίδη, ο Φιντάν τόνισε ότι στόχος της συνάντησης είναι η μόνιμη επίλυση των διαφορών στο Αιγαίο, με έμφαση σε ζητήματα όπως τα χωρικά ύδατα και η υφαλοκρηπίδα, ενώ τα υπόλοιπα θέματα εξωτερικής πολιτικής θα τεθούν προσωρινά «σε παρένθεση».
Στο πλαίσιο της ίδιας συνέντευξης, ο Χακάν Φιντάν αναφέρθηκε στους κύριους στόχους του επικείμενου διαλόγου, υπογραμμίζοντας την πρόθεση της Άγκυρας να προσεγγίσει τα ζητήματα με τρόπο που να επιτρέπει τη μόνιμη επίλυσή τους. Ειδικότερα, δήλωσε ότι στόχος είναι «να λύσουμε μόνιμα το πρόβλημα του Αιγαίου, θέματα όπως χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα, να βάλουμε σε παρένθεση τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής». Η δήλωση αναδεικνύει για μια ακόμη φορά τη γνωστή πρόθεση της Τουρκίας να επικεντρωθεί στα διμερή ζητήματα και να κρατήσει τη συζήτηση σε τεχνικό και πολιτικό επίπεδο.
Οι διαφορές στα θέματα των χωρικών υδάτων, της υφαλοκρηπίδας, της οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο έχουν οδηγήσει κατά καιρούς σε έντονες τριβές μεταξύ των δύο χωρών, ωστόσο η επικείμενη συζήτηση μεταξύ των δύο ανδρών εκτιμάται τώρα ότι θα δημιουργήσει σε πρώτη φάση κανόνες και μηχανισμούς που θα περιορίζουν τον κίνδυνο νέων εντάσεων. Άλλωστε, αυτό που αναζητά η ελληνική κυβέρνηση μέσα από τον επικείμενο διάλογο είναι η κατοχύρωση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων και η αποφυγή νέων εντάσεων. Η συνάντηση αναμένεται πάντως, όπως εκτιμούν από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, να έχει ευρύτερες διεθνείς συνέπειες, καθώς τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, δεδομένου ότι αυτές επηρεάζουν την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.
Παράλληλα με τα διμερή ζητήματα, η Άγκυρα δείχνει έντονο ενδιαφέρον και για την ευρύτερη περιφερειακή αστάθεια και τις γεωπολιτικές προκλήσεις στη Μέση Ανατολή. Στην ίδια συνέντευξη Τύπου, ο Χακάν Φιντάν αναφέρθηκε και στο Ιράν, υπογραμμίζοντας ότι η Τουρκία αντιτίθεται σε «οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση κατά του Ιράν» και ότι η Τεχεράνη θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα «δικά της εσωτερικά προβλήματα μόνη της». Προειδοποίησε επίσης ότι η μεγάλης κλίμακας αστάθεια στη συγκεκριμένη χώρα θα ήταν πολύ πέρα από την ικανότητα της περιοχής να την απορροφήσει, σημειώνοντας ότι τέτοιες ενέργειες θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλη τη Μέση Ανατολή.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών τόνισε τη σημασία της διπλωματικής διαχείρισης των εντάσεων, επισημαίνοντας ότι η επίλυση των προβλημάτων θα πρέπει να γίνει μέσω συνεργασίας και εμπιστοσύνης ανάμεσα στις χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, σύμφωνα με τον ίδιο, θεωρεί κρίσιμο το Ιράν να επιλύσει τις διαφορές του με τους διεθνείς παράγοντες για να αποφευχθούν σενάρια αστάθειας που θα μπορούσαν να εξαπλωθούν σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. «Ελπίζουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν θα επιλύσουν αυτό το ζήτημα μεταξύ τους, είτε μέσω μεσολαβητών, άλλων παραγόντων, είτε μέσω άμεσου διαλόγου», τόνισε χαρακτηριστικά.
Στο μεταξύ στην Αθήνα θα πραγματοποιηθούν την Τρίτη 20 Ιανουαρίου οι εργασίες της 5ης συνάντησης της διαδικασίας Πολιτικού Διαλόγου μεταξύ των υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας. Στο πλαίσιο αυτό, θα διεξαχθούν συνομιλίες μεταξύ της υφυπουργού Εξωτερικών, πρέσβεως Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, και του υφυπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, πρέσβεως Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι (Mehmet Kemal Bozay), όπως ανακοίνωσε το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών.
Την επόμενη, Τετάρτη 21 Ιανουαρίου, επίσης στην Αθήνα, θα λάβει χώρα ο 9ος γύρος των ελληνοτουρκικών συνομιλιών στο πλαίσιο της Θετικής Ατζέντας, με τη συμμετοχή του υφυπουργού Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη και του Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι.
