Latest News

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

PISA 2025: «Καμπανάκι» για τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών – Σχεδόν 1 στους 2 δυσκολεύεται στις βασικές δεξιότητες

 


Η PISA 2025 φέρνει μια εικόνα με δύο όψεις για την Ελλάδα. Από τη μία, οι Έλληνες μαθητές εξακολουθούν να βρίσκονται αισθητά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και ένα πολύ μεγάλο ποσοστό δεν καταφέρνει να φτάσει ούτε στο βασικό επίπεδο επάρκειας. Από την άλλη, σε σχέση με προηγούμενους κύκλους υπάρχει ένα στοιχείο που ξεχωρίζει: για πρώτη φορά έπειτα από περίπου μία δεκαετία φαίνεται να ανακόπτεται η συνεχής διεύρυνση της απόστασης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε., ενώ στα Μαθηματικά καταγράφεται τάση σύγκλισης.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο βρίσκεται στη βάση της επίδοσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, 40,9% των μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο που απαιτείται για να ανταποκρίνονται σε στοιχειώδεις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.

Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο στοιχείο της έρευνας, περισσότερο από οποιαδήποτε θέση στην κατάταξη. Η PISA δεν εξετάζει αν ο μαθητής μπορεί απλώς να θυμηθεί έναν τύπο ή έναν ορισμό. Ελέγχει αν μπορεί να κατανοήσει πληροφορίες, να αξιοποιήσει όσα έχει μάθει σε πραγματικές καταστάσεις, να επεξεργαστεί δεδομένα, να σκεφτεί κριτικά και να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα με πρακτικό τρόπο.

Την ίδια ώρα, υπάρχει και το αντίστροφο πρόβλημα. Η Ελλάδα έχει πολύ μικρό ποσοστό μαθητών στις υψηλότερες βαθμίδες επίδοσης. Στις Φυσικές Επιστήμες περίπου 1% φτάνει στα επίπεδα 5 και 6, έναντι περίπου 7% στον ΟΟΣΑ. Στα Μαθηματικά το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 2%, έναντι περίπου 8% στον ΟΟΣΑ, ενώ στην Κατανόηση Κειμένου βρίσκεται περίπου στο 1%, έναντι περίπου 6%. Με άλλα λόγια, η ελληνική εικόνα χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από πολύ μεγάλη βάση χαμηλών επιδόσεων και πολύ μικρή κορυφή υψηλών επιδόσεων.

Τι βαθμούς πήραν οι Έλληνες μαθητές

Στον φετινό κύκλο, οι Έλληνες 15χρονοι συγκέντρωσαν 434 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες, 424 στα Μαθηματικά και 423 στην Κατανόηση Κειμένου, παραμένοντας κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τρία πεδία. Στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, που αξιολογήθηκε για πρώτη φορά στην PISA 2025, η Ελλάδα συγκέντρωσε 461 μονάδες, έναντι 500 στον ΟΟΣΑ, και βρέθηκε στην 47η θέση μεταξύ 91 χωρών.

Συνολικά, στην PISA 2025 συμμετείχαν περίπου 760.000 μαθητές από 91 χώρες, αντιπροσωπεύοντας περίπου 33 εκατομμύρια 15χρονους. Οι Φυσικές Επιστήμες ήταν το βασικό αντικείμενο του φετινού κύκλου, ενώ εξετάστηκαν επίσης τα Μαθηματικά και η Κατανόηση Κειμένου. Για πρώτη φορά προστέθηκε και η αξιολόγηση της ικανότητας επίλυσης σύνθετων προβλημάτων σε ψηφιακό περιβάλλον.

Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, αντιπροσωπεύοντας περίπου 101.850 15χρονους, δηλαδή το 95% του πληθυσμού-στόχου. Το ποσοστό αυτό, σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας, είναι το υψηλότερο που έχει καταγραφεί στη χώρα από την έναρξη της PISA το 2000.

Η ελληνική συμμετοχή πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με το υπουργείο, με βελτιωμένους οργανωτικούς και τεχνικούς όρους. Στα σχολεία του δείγματος διατέθηκαν 4.500 laptops και 2.500 ακουστικά, ενώ θεσμοθετήθηκε αποζημίωση για τους 549 εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στη διοργάνωση. Παράλληλα δημιουργήθηκε η πλατφόρμα Skills4Life, μια τράπεζα θεμάτων αντίστοιχης λογικής με την PISA, ώστε οι μαθητές και τα σχολεία να εξοικειωθούν περισσότερο με τον συγκεκριμένο τρόπο αξιολόγησης.

Αν υπάρχει ένα πεδίο όπου η φετινή μέτρηση δίνει μια σαφέστερη ένδειξη σταθεροποίησης, αυτό είναι τα Μαθηματικά. Η ελληνική επίδοση έπεσε κατά 6 μονάδες μεταξύ 2022 και 2025, όμως η αντίστοιχη πτώση ήταν μεγαλύτερη στον ΟΟΣΑ-23, όπου έφτασε τις 11 μονάδες, και στην Ε.Ε.27, όπου έφτασε τις 12.

Η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες, έναντι 430 το 2022 και 463 στον ΟΟΣΑ. Η επίδοση παραμένει χαμηλή και η χώρα απέχει ακόμη σημαντικά από τον διεθνή μέσο όρο, όμως το γεγονός ότι έχασε λιγότερο έδαφος από τον ΟΟΣΑ και την Ε.Ε. θεωρείται σημαντικό. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η απόσταση δεν διευρύνθηκε με τον ίδιο ρυθμό όπως στο παρελθόν.

Αυτό ακριβώς είναι που το υπουργείο Παιδείας χαρακτηρίζει ως ένδειξη ανακοπής της πολυετούς απόκλισης και ως τάση σύγκλισης στα Μαθηματικά.

Χαμηλές επιδόσεις και στις φυσικές επιστήμες

Στις Φυσικές Επιστήμες, που αποτελούσαν το βασικό πεδίο της PISA 2025, η Ελλάδα συγκέντρωσε 434 μονάδες, έναντι 441 το 2022 και 482 στον ΟΟΣΑ. Η διαφορά των 7 μονάδων από τον προηγούμενο κύκλο, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, δεν θεωρείται στατιστικά σημαντική.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται και εδώ στο επίπεδο επάρκειας. Περίπου 59% των Ελλήνων μαθητών φτάνουν τουλάχιστον στο Level 2, που θεωρείται το βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού, ενώ στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 74%.

Η αξιολόγηση, πάντως, δεν περιορίζεται στην απομνημόνευση επιστημονικών γνώσεων. Οι μαθητές καλούνται να χρησιμοποιούν δεδομένα, να εξετάζουν επιστημονικούς ισχυρισμούς και να λαμβάνουν αποφάσεις που στηρίζονται σε στοιχεία. Πρόκειται για δεξιότητες που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια εποχή όπου η επιστημονική πληροφορία, η παραπληροφόρηση, η κλιματική κρίση και η τεχνολογία αποτελούν μέρος της καθημερινότητας.

Η Κατανόηση Κειμένου παραμένει μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες

Πιο δύσκολη είναι η εικόνα στην Κατανόηση Κειμένου. Η Ελλάδα συγκέντρωσε 423 μονάδες, έναντι 438 το 2022 και 461 στον ΟΟΣΑ, καταγράφοντας πτώση περίπου 16 μονάδων.

Η εξέλιξη αυτή πρέπει να ιδωθεί και μέσα στο διεθνές πλαίσιο, καθώς η ανάγνωση αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της PISA 2025 συνολικά. Η μέση επίδοση του ΟΟΣΑ στην Κατανόηση Κειμένου έχει μειωθεί κατά 28 μονάδες από το 2015 έως το 2025, ενώ στα Μαθηματικά η πτώση την ίδια περίοδο ανέρχεται σε 22 μονάδες.

Στην Ελλάδα, πάντως, υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο φύλα. Όπως ανέφερε κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων ο Εθνικός Συντονιστής Καθηγητής Κώστας Δημόπουλος, «αν συμμετείχαν μόνο κορίτσια στο διαγωνισμό, η πτώση στην Κατανόηση Κειμένου θα ήταν περίπου 5% έναντι του τωρινού 16% κατά μ.ο.».

Για πρώτη φορά μετρήθηκε και η επίλυση ψηφιακών προβλημάτων

Η PISA 2025 έβαλε στο τραπέζι και μια δεξιότητα που μέχρι σήμερα δεν είχε αξιολογηθεί με αυτόν τον τρόπο: την Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα.

Η Ελλάδα πήρε 461 μονάδες, έναντι 500 στον ΟΟΣΑ, και κατατάχθηκε στην 47η θέση μεταξύ 91 χωρών. Η συγκεκριμένη δοκιμασία δεν εξετάζει απλώς αν ένας μαθητής ξέρει να χρησιμοποιεί έναν υπολογιστή ή μια ψηφιακή εφαρμογή. Εξετάζει αν μπορεί να αξιοποιήσει ψηφιακά εργαλεία για να διερευνήσει ένα ζήτημα, να οργανώσει τη σκέψη του, να χτίσει γνώση και να «σπάσει» ένα σύνθετο πρόβλημα σε μικρότερα βήματα που μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η ψηφιακή επάρκεια δεν ταυτίζεται με την εξοικείωση με την οθόνη. Αντίθετα, προϋποθέτει ισχυρές βάσεις στη Γλώσσα, στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες και στη συνέχεια την ικανότητα εφαρμογής τους στον ψηφιακό κόσμο.

Τα ελληνικά αποτελέσματα δεν μπορούν να εξεταστούν απομονωμένα. Η PISA 2025 κατέγραψε ευρύτερη διεθνή υποχώρηση των μαθησιακών επιδόσεων, η οποία δεν αφορά μόνο τα εκπαιδευτικά συστήματα που βρίσκονταν ήδη χαμηλότερα.

Στον ΟΟΣΑ, οι επιδόσεις των 15χρονων στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου έφτασαν στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί από την έναρξη της PISA. Περίπου ένας στους πέντε μαθητές του ΟΟΣΑ βρίσκεται πλέον κάτω από το βασικό επίπεδο και στα τρία γνωστικά πεδία, έναντι 16% το 2022.

Ανάμεσα στα συστήματα που εμφάνισαν σημαντικές απώλειες είναι χώρες με ισχυρή εκπαιδευτική παράδοση, όπως η Φινλανδία και η Εσθονία στην Ευρώπη, αλλά και η Κορέα και η Σιγκαπούρη στην Ασία. Στην κορυφή της κατάταξης εξακολουθούν να βρίσκονται κυρίως συστήματα της Ανατολικής Ασίας, μαζί με χώρες όπως η Εσθονία, η Ιαπωνία, η Κορέα, η Σιγκαπούρη, η Κινεζική Ταϊπέι και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η γενικευμένη πτώση συνδέεται με ένα ευρύτερο περιβάλλον αλλαγών στη μάθηση και στη σχολική ζωή, από τις συνέπειες της πανδημίας και τη διάσπαση της προσοχής από τις ψηφιακές συσκευές μέχρι την ταχύτατη είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης.

Η διαφορά ανάμεσα στην απόλυτη επίδοση και στη σχετική θέση της χώρας είναι σημαντική για την κατανόηση των αποτελεσμάτων.

Στα Μαθηματικά η Ελλάδα έχασε 6 μονάδες, όταν ο ΟΟΣΑ-23 έχασε 11 και η Ε.Ε.27 12. Στις Φυσικές Επιστήμες η ελληνική επίδοση μειώθηκε κατά 7 μονάδες, έναντι 5 στον ΟΟΣΑ-23 και 5 στην Ε.Ε.27. Στην Κατανόηση Κειμένου η πτώση ήταν 16 μονάδες, όσο και στον ΟΟΣΑ-23, και λίγο μικρότερη από την πτώση των 18 μονάδων στην Ε.Ε.27.

Άρα η Ελλάδα δεν παρουσιάζει γενική άνοδο των βαθμολογιών της. Το θετικό στοιχείο είναι ότι στα Μαθηματικά, ειδικότερα, η πτώση ήταν μικρότερη από τον διεθνή μέσο όρο και έτσι η σχετική απόσταση περιορίστηκε. Πρόκειται περισσότερο για ένδειξη σταθεροποίησης παρά για ουσιαστική μαθησιακή ανάκαμψη.

Υπάρχουν όμως και θετικά στοιχεία μέσα στις αρνητικές επιδόσεις

Η εικόνα δεν είναι αποκλειστικά αρνητική. Οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό από τον μέσο όρο την πεποίθηση ότι οι ικανότητές τους μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από την προσπάθεια, τη μάθηση και την επιμονή. Το λεγόμενο growth mindset καταγράφεται στο 74%, έναντι περίπου 69% στον ΟΟΣΑ.

Παράλληλα, οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν καλύτερη στοχοθεσία και προγραμματισμό της προσπάθειάς τους από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, παρότι σε άλλες διαστάσεις, όπως η περιέργεια, η επιμονή και η γνωστική προσαρμοστικότητα, οι δείκτες είναι χαμηλότεροι.

Βελτίωση καταγράφεται και στο αίσθημα ασφάλειας και σχολικού ανήκειν. Περίπου 79% των Ελλήνων μαθητών δηλώνουν ότι αισθάνονται ότι ανήκουν στο σχολείο, έναντι περίπου 76% στον ΟΟΣΑ.

Οι εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες των μαθητών είναι επίσης υψηλότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ σημαντικό στήριγμα παραμένει η οικογένεια, καθώς οι μαθητές στην Ελλάδα δηλώνουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη και αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη.

Το σχολείο έχει πρόβλημα και έξω από τους βαθμούς – Στο επίκεντρο και οι εκπαιδευτικοί

Ένα άλλο κομμάτι της PISA αφορά το ίδιο το σχολικό περιβάλλον και εδώ τα στοιχεία δημιουργούν επίσης προβληματισμό.

Στην Ελλάδα, 37% των μαθητών λένε ότι δεν μπορούν να εργαστούν καλά στα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα, έναντι 19% στον ΟΟΣΑ. Παράλληλα, 46% αναφέρουν ότι ο θόρυβος και η αταξία επηρεάζουν τα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι 31%, ενώ 45% δηλώνουν ότι οι συμμαθητές τους δεν ακούν τον εκπαιδευτικό, έναντι 29% στον ΟΟΣΑ.

Οι απουσίες και οι καθυστερήσεις αποτελούν επίσης σημαντικό ζήτημα. Περίπου 31% των Ελλήνων μαθητών δήλωσαν ότι απουσίασαν τουλάχιστον μία ημέρα από το σχολείο τις δύο προηγούμενες εβδομάδες, έναντι 22% στον ΟΟΣΑ. Το 49% δήλωσε ότι έχασε τουλάχιστον ένα μάθημα, έναντι 24%, ενώ το 62% ανέφερε ότι έφτασε καθυστερημένα στο σχολείο, έναντι 50%.

Την ίδια στιγμή, τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ ο σχολικός εκφοβισμός κινείται περίπου στα επίπεδα του διεθνούς μέσου όρου.

Η PISA καταγράφει και προβλήματα που αφορούν τη στελέχωση και την υποστήριξη μέσα στην τάξη. Οι διευθυντές των σχολείων στην Ελλάδα αναφέρουν ελλείψεις προσωπικού μεγαλύτερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδιαίτερα σε κοινωνικά ευάλωτες και περιφερειακές σχολικές μονάδες.

Ωστόσο, η Ελλάδα έχει χαμηλότερη αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό και μικρότερο μέγεθος τάξης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αυτό οδηγεί το υπουργείο στην εκτίμηση ότι το ζήτημα αφορά σε σημαντικό βαθμό την κατανομή, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του προσωπικού και όχι αποκλειστικά τον συνολικό αριθμό εκπαιδευτικών.

Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται να αξιοποιηθεί και η πλατφόρμα EduPlan, η οποία θα καταγράφει πιο άμεσα πού υπάρχουν ανάγκες και σε ποιες ειδικότητες, ώστε να γίνεται καλύτερη κατανομή του προσωπικού.

Όσον αφορά τη σχέση εκπαιδευτικού και μαθητή, τα στοιχεία δείχνουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό περιβάλλον σε σχέση με τον ΟΟΣΑ. Μόλις 49% των μαθητών δηλώνουν ότι ο εκπαιδευτικός δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση κάθε μαθητή στα περισσότερα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι 69% στον ΟΟΣΑ. Το 53% λέει ότι ο εκπαιδευτικός συνεχίζει μέχρι να καταλάβουν οι μαθητές, έναντι 66%, ενώ το 61% αναφέρει ότι προσφέρει πρόσθετη βοήθεια όταν χρειάζεται, έναντι 73%.

Κινητά και τεχνητή νοημοσύνη μπαίνουν πλέον στην εξίσωση

Η PISA 2025 αποτυπώνει πιο καθαρά από κάθε προηγούμενο κύκλο και τον ρόλο της ψηφιακής τεχνολογίας στη μαθητική ζωή. Οι Έλληνες μαθητές χρησιμοποιούν ψηφιακές συσκευές στο σχολείο για μαθησιακούς σκοπούς περίπου 1,1 ώρα την ημέρα, έναντι 1,7 ώρας στον ΟΟΣΑ. Για ψυχαγωγία η χρήση φτάνει περίπου τη 1,2 ώρα, δηλαδή κινείται περίπου στα επίπεδα του ΟΟΣΑ.

Ταυτόχρονα, το 33% των Ελλήνων μαθητών αναφέρει ότι οι συμμαθητές τους αποσπώνται από ψηφιακές συσκευές στα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι 28% στον ΟΟΣΑ. Στην Ελλάδα η διαφορά στην επίδοση είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς οι μαθητές που αναφέρουν τέτοια ψηφιακή διάσπαση από συμμαθητές τους εμφανίζουν περίπου 30 μονάδες χαμηλότερη επίδοση στις Φυσικές Επιστήμες.

Η απαγόρευση χρήσης κινητών, ωστόσο, φαίνεται να έχει επηρεάσει τη σχολική καθημερινότητα. Το 98% των Ελλήνων μαθητών φοιτούν σε σχολεία όπου υπάρχει απαγόρευση κινητών, έναντι περίπου 49% στον ΟΟΣΑ, ενώ σε σχέση με το 2022 έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν ελάχιστα ή καθόλου το κινητό στο σχολείο.

Για την τεχνητή νοημοσύνη, περίπου 34% των Ελλήνων μαθητών δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα AI chatbots για να τους βοηθήσουν στη μάθηση, έναντι 46% στον ΟΟΣΑ.

Η PISA διαπιστώνει ότι η χρήση AI για συγκεκριμένες σχολικές εργασίες, όπως περίληψη, σύνταξη κειμένου ή έρευνα, συνδέεται κατά μέσο όρο με χαμηλότερες επιδόσεις. Αντίθετα, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης ως εργαλείου μαθησιακής υποστήριξης, όταν ο μαθητής ξέρει να ελέγχει την ποιότητα των απαντήσεων που λαμβάνει, συνδέεται με καλύτερα αποτελέσματα μεταξύ των συχνών χρηστών.

Ποια είναι η εικόνα για τις κοινωνικές ανισότητες

Το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο εξακολουθεί να επηρεάζει τις σχολικές επιδόσεις, αν και η επίδρασή του στην Ελλάδα εμφανίζεται σχετικά μικρότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Στις Φυσικές Επιστήμες, το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο εξηγεί περίπου 10% της διακύμανσης των επιδόσεων στην Ελλάδα, έναντι περίπου 12% στον ΟΟΣΑ. Η διαφορά μεταξύ του ανώτερου και του κατώτερου κοινωνικοοικονομικού τεταρτημορίου φτάνει περίπου τις 76 μονάδες, έναντι περίπου 84-85 στον ΟΟΣΑ.

Ωστόσο, το υπουργείο επισημαίνει ότι η σχετικά μικρότερη επίδραση δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απουσία ανισοτήτων, καθώς συνδέεται εν μέρει και με το γεγονός ότι οι ελληνικές επιδόσεις είναι συνολικά συγκεντρωμένες σε χαμηλότερα επίπεδα.

Πρόσθετες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι μαθητές μεταναστευτικού υπόβαθρου, οι οποίοι συχνά προέρχονται από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και σε ποσοστό άνω του 50% δεν μιλούν ελληνικά στο σπίτι.

Τα σχολεία που ξεχωρίζουν

Παρά τη συνολικά χαμηλή εθνική επίδοση, δεν παρουσιάζουν όλα τα σχολεία την ίδια εικόνα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου, περίπου 38 σχολεία του δείγματος, από τα οποία 32 είναι δημόσια, πέτυχαν στα επιμέρους αντικείμενα επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι μέσα στο ίδιο εκπαιδευτικό σύστημα υπάρχουν σχολικές μονάδες που καταφέρνουν να έχουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα και μπορούν να αποτελέσουν πηγή καλών πρακτικών.

Τι θέλει να αλλάξει το υπουργείο

Το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πού βρίσκεται η Ελλάδα στην κατάταξη, αλλά τι μπορεί να αλλάξει μέχρι τον επόμενο κύκλο της PISA, το 2029.

Το υπουργείο συνδέει την επόμενη φάση με καλύτερη αξιοποίηση του εκπαιδευτικού προσωπικού, ενίσχυση της ποιότητας της διδασκαλίας, μεγαλύτερη ενεργοποίηση των μαθητών, πιο ουσιαστική χρήση των ψηφιακών εργαλείων και της τεχνητής νοημοσύνης, βελτίωση της σχολικής πειθαρχίας και στοχευμένη στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων.

Παράλληλα, η επόμενη περίοδος συνδέεται με μεταρρυθμίσεις όπως το Εθνικό Απολυτήριο, τα νέα Προγράμματα Σπουδών και το Πολλαπλό Βιβλίο, αλλά και με την προσπάθεια να περάσει στην καθημερινή λειτουργία του σχολείου η «λογική PISA»: λιγότερη αποστήθιση και μεγαλύτερη έμφαση στην κατανόηση, την εφαρμογή της γνώσης, την επίλυση προβλημάτων και την κριτική σκέψη.

Η φετινή εικόνα δεν επιτρέπει ούτε πανηγυρισμούς ούτε μηδενισμό. Η Ελλάδα παραμένει αισθητά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, σχεδόν οι μισοί μαθητές δεν φτάνουν στο βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά, η Κατανόηση Κειμένου παραμένει σοβαρή αδυναμία και το ποσοστό των μαθητών στις υψηλότερες βαθμίδες είναι πολύ μικρό.

Την ίδια στιγμή, υπάρχουν ορισμένα σημάδια που αξίζει να παρακολουθηθούν: στα Μαθηματικά η πτώση ήταν μικρότερη από τον ΟΟΣΑ και την Ε.Ε., η πολυετής απόκλιση φαίνεται να ανακόπτεται, οι ψηφιακές υποδομές έχουν βελτιωθεί, το σχολικό ανήκειν παρουσιάζει καλύτερη εικόνα, οι μαθητές έχουν υψηλές προσδοκίες για το μέλλον και υπάρχουν σχολεία που πετυχαίνουν αποτελέσματα πολύ καλύτερα από τον εθνικό μέσο όρο.

Το μεγάλο στοίχημα μέχρι το 2029 είναι αυτά τα σημάδια σταθεροποίησης να μετατραπούν σε πραγματική άνοδο. Για να συμβεί αυτό, δεν αρκεί η χώρα να χάσει λιγότερες μονάδες από τους άλλους. Χρειάζεται να μειωθεί αισθητά το ποσοστό των μαθητών που δεν διαθέτουν βασικές δεξιότητες, να ενισχυθεί η Κατανόηση Κειμένου, να αυξηθεί ο αριθμός των μαθητών υψηλών επιδόσεων και να βελτιωθεί η καθημερινή εμπειρία μέσα στο σχολείο.

Η PISA 2025, επομένως, δεν δίνει στην Ελλάδα μια εύκολη απάντηση. Δείχνει μια χώρα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες μαθησιακές αδυναμίες, αλλά ταυτόχρονα εμφανίζει ορισμένες ενδείξεις ότι η μακρά πορεία απόκλισης μπορεί να έχει αρχίσει να σταματά. Το αν αυτή η σταθεροποίηση θα γίνει πραγματική ανάκαμψη θα φανεί στην επόμενη μέτρηση.

Google News

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο