Προσφέρει μια ευκαιρία για αναστοχασμό η συμπλήρωση σήμερα, 5 Ιουλίου, ακριβώς ένδεκα χρόνων από το δημοψήφισμα των...ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Όχι μόνο για εκείνη τη δραματική περίοδο, αλλά και για τη σημερινή ποιότητα του δημόσιου πολιτικού διαλόγου. Κι αυτό γιατί το «δημοψήφισμα Τσίπρα», πλην όλων των άλλων αρνητικών, σημαδεύτηκε από γεγονότα που εξακολουθούν να επηρεάζουν και σήμερα τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτικού συστήματος και γι αυτό κατέχει ξεχωριστή θέση στην πολιτική ιστορία των τελευταίων ετών, στην Ελλάδα.
Εκείνη την ημέρα περίπου τριάμισι εκατομμύρια Έλληνες ψήφισαν «ΟΧΙ» σε μια πρόταση που, σύμφωνα με όσα έχουν κατά καιρούς (και προσφάτως) υποστηρίξει εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών θεσμών, δεν βρισκόταν πλέον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ψηφίσαμε τότε για κάτι ουσιαστικά ανύπαρκτο. Και αυτό το είχε αποκρύψει η τότε κυβέρνηση, ή μας είχε παραπλανήσει, καλύπτοντας με ασάφεια τα ερωτήματα, που έθετε, για να απαντηθούν με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ. Γιατί δεν μας είχε εξηγήσει κάποιος αναλυτικά τις συνέπειες της εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη. Ότι επιστρέφοντας ας πούμε στο εθνικό νόμισμα θα πηγαίναμε στις τράπεζα με σακούλες των σκουπιδιών για να πάρουμε μισό τόνο πληθωρικό χρήμα που θα άξιζε μόνο για προσάναμμα. Κανείς δεν μας είχε πει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάρουμε λεφτά χωρίς μέτρα και όσο καθυστερούμε τα μέτρα θα σκληραίνουν. Άφησαν τότε το λαό να πιστεύει στον λαϊκισμό στη ρητορική των συμβολισμών,-εθνικές κυριαρχίες, υπερηφάνειες και τα λοιπά- και να ψηφίσει τελικά χωρίς λογική.
Η ουσία της κριτικής που διατυπώνεται έκτοτε δεν αφορά μόνο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, (το «ΟΧΙ» επικράτησε με ποσοστό 61,31%, συγκεντρώνοντας 3.558.450 ψήφους, έναντι 38,69% του «ΝΑΙ»), αλλά κυρίως το αντικείμενό του: κατά πόσο οι πολίτες γνώριζαν επακριβώς τι καλούνταν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν.

Ανεξάρτητα από την πολιτική τοποθέτηση του καθενός, το ερώτημα παραμένει επίκαιρο: μπορεί μια δημοκρατική απόφαση να είναι πλήρως συνειδητή όταν το περιεχόμενο της επιλογής δεν είναι απολύτως σαφές στους ψηφοφόρους; Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά και το σήμερα, αφορά και το μέλλον.
Το σημαντικότερο δίδαγμα εκείνης της εμπειρίας ίσως δεν αφορά το αν κάποιος ψήφισε «ΝΑΙ» ή «ΟΧΙ». Αφορά τη θεμελιώδη δημοκρατική αρχή, ότι οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν με σαφήνεια το πραγματικό περιεχόμενο της επιλογής τους.
Καθώς η χώρα εισήλθε στην τελική ευθεία προς τις εκλογές, οι πολίτες καλούνται να αξιολογήσουν εναλλακτικές προτάσεις διακυβέρνησης. Όμως πόσο συγκεκριμένες είναι αυτές οι προτάσεις από τα κόμματα (παλαιά και νέα) της αντιπολίτευσης, που διαγκωνίζονται μόνο στο «να πέσει ο Μητσοτάκης» ;
Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να εξαντλείται στο σύνθημα «να φύγει η κυβέρνηση». Η δημοκρατία απαιτεί όχι μόνο καταγγελία του αντιπάλου αλλά και σαφή παρουσίαση της εναλλακτικής λύσης. Απαιτεί σαφή πολιτική τοποθέτηση, συγκεκριμένο εναλλακτικό κυβερνητικό πρόγραμμα και όχι συνθήματα-παραμύθι για ηθική επανάσταση, νέο πατριωτισμό και νέα μεταπολίτευση. Απαιτείσαφείς και όχι αόριστες, ανεδαφικές και ακοστολόγητες προτάσεις, όπως αυτές περί φορολόγησης των «διαβιούντων πολυτελώς» ή των εχόντων σπίτια με πισίνα και Ι.Χ μεγάλου κυβισμού.
Στον χώρο της ευρύτερης αντιπολίτευσης παρατηρείται συχνά μια πολιτική ρητορική που επικεντρώνεται περισσότερο στην κριτική προς την κυβέρνηση παρά στην αναλυτική παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου κυβερνητικού σχεδίου. Ζητήματα π.χ. όπως η φορολογία, το ύψος των δημοσίων δαπανών, η λειτουργία του κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα, η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συχνά παρουσιάζονται με γενικές κατευθύνσεις αλλά όχι με πλήρως κοστολογημένες και επεξεργασμένες λύσεις.
Ακόμη και σε επίπεδο πολιτικής ταυτότητας, οι γραμμές παραμένουν συχνά δυσδιάκριτες. Άλλοτε προβάλλεται η σοσιαλδημοκρατική φυσιογνωμία, άλλοτε η ριζοσπαστική αριστερή παράδοση και άλλοτε μια γενικότερη αντιδεξιά συσπείρωση.
Και η πολιτική φυσιογνωμία των δύο νέων κομμάτων δεν είναι ξεκάθαρη; Τι νέο μας φέρνει ο κ. Τσίπρας, εκτός από την επανασύσταση του δικού του ΣΥΡΙΖΑ, από τον οποίο και είχε αποχωρήσει; Το ίδιο… πετυχημένο πρόγραμμα σε γενικές γραμμές δεν μας ανακοίνωσε; Προς τα που τραβά η Ελπίδα της κυρίας Καρυστιανού; Αοριστολογίες, ασάφειες και «δημοκρατικές» υποσχέσεις.
Η ίδια ασάφεια, όσον αφορά τουλάχιστον στην πολιτική «γραμμή» και στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο να σημειώσω εδώ ότι είναι το μόνο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που διαθέτει ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα , αλλά δεν το προβάλει. Αντιθέτως προβάλει προτάσεις αόριστες, ασαφείς και εκτός «δημοσιονομικής λογικής».
Η ασάφεια όμως μπορεί να καταλήξει προβληματική όταν οι πολίτες καλούνται να επιλέξουν ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα.
Η εμπειρία του 2015 θα έπρεπε να έχει διδάξει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα ότι τα μεγάλα πολιτικά διλήμματα δεν μπορούν να στηρίζονται σε συνθήματα, συμβολισμούς ή αόριστες υποσχέσεις. Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει όχι μόνο τι απορρίπτει αλλά και τι ακριβώς επιλέγει.
Και το κρίσιμο ερώτημα στις επόμενες εκλογές δεν θα είναι απλώς αν πρέπει να αλλάξει η κυβέρνηση ή να παραμείνει. Το ουσιαστικό ερώτημα θα είναι αν οι εναλλακτικές προτάσεις εξουσίας από κόμματα με σαφή και ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση θα παρουσιαστούν με την απαραίτητη σαφήνεια, ώστε οι ψηφοφόροι να γνωρίζουν εκ των προτέρων το περιεχόμενο της επιλογής τους.
Στις επόμενες εκλογές θα φανεί αν οι πολίτες διδάχτηκαν κάτι από εκείνο το αχρείαστο δημοψήφισμα του 2015. Τότε που, χωρίς να είναι σε θέση να ξεχωρίσουν τις αόριστες, ασαφείς, λαϊκίστικες υποσχέσεις από την πραγματικότητα και ψήφισαν χωρίς λογική, χωρίς να γνωρίζουν όλη την αλήθεια.
