Latest News

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Λαγοκέφαλος: Ποιος μπορεί να σταματήσει το τοξικό ψάρι που απειλεί τις ελληνικές ακτές;

 
Έντονη ανησυχία προκαλεί η ραγδαία εξάπλωση του λαγοκέφαλου στις ελληνικές θάλασσες, με την παρουσία του να καταγράφεται από το νότιο Αιγαίο έως περιοχές του Ευβοϊκού και ...του Σαρωνικού.

Το συγκεκριμένο είδος θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνο, καθώς περιέχει την τοξίνη τετροδοτοξίνη, η οποία δεν καταστρέφεται με το μαγείρεμα και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. Παράλληλα, τα δυνατά του δόντια προκαλούν ζημιές σε αλιευτικά εργαλεία και δίχτυα αλλά και ανησυχία στους λουόμενους.

Ο φυσικός θηρευτής στη Μεσόγειο

Σύμφωνα με επιστημονικές καταγραφές, η θαλάσσια χελώνα Caretta caretta εμφανίζεται ως ο μοναδικός επιβεβαιωμένος φυσικός θηρευτής που μπορεί να καταναλώσει ενήλικους λαγοκέφαλους στις ελληνικές θάλασσες. Η συγκεκριμένη θαλάσσια χελώνα διαθέτει ισχυρό ράμφος και ανθεκτική φυσιολογία, στοιχεία που της επιτρέπουν να κυνηγά και να καταναλώνει το συγκεκριμένο είδος, το οποίο αποφεύγεται από τα περισσότερα θαλάσσια ζώα λόγω της τοξικότητάς του.

Η σημασία της Caretta caretta για το οικοσύστημα

Η παρουσία της Caretta caretta αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ισορροπία του θαλάσσιου οικοσυστήματος, καθώς συμβάλλει στον φυσικό έλεγχο πληθυσμού του λαγοκέφαλου. Η προστασία της θεωρείται κρίσιμη, καθώς η μείωση του πληθυσμού της λόγω ανθρώπινων παρεμβάσεων, όπως τα δίχτυα και η θαλάσσια ρύπανση, ενδέχεται να επηρεάσει έμμεσα τη δυναμική του προβλήματος που προκαλεί το συγκεκριμένο είδος στις ελληνικές θάλασσες

Πώς βρέθηκε εδώ;

Ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus), το εισβολικό είδος που έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και στις ελληνικές θάλασσες, αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, καθώς περιέχει την εξαιρετικά ισχυρή νευροτοξίνη τετροδοτοξίνη (Tetrodotoxin – TTX).

Η κατανάλωσή του μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δηλητηρίαση και σε ορισμένες περιπτώσεις να αποβεί μοιραία. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), ο λαγοκέφαλος συγκαταλέγεται στα πιο επικίνδυνα είδη ψαριών για κατανάλωση, καθώς βιοσυσσωρεύει μεγάλες ποσότητες τετροδοτοξίνης, μιας ουσίας που χαρακτηρίζεται ως μία από τις ισχυρότερες φυσικές τοξίνες που είναι γνωστές στον άνθρωπο.

Η τετροδοτοξίνη μπλοκάρει τα κανάλια νατρίου των νευρικών κυττάρων, με αποτέλεσμα να διακόπτεται η φυσιολογική μετάδοση των νευρικών σημάτων προς τους μυς. Καθώς η δράση της επεκτείνεται, προκαλεί προοδευτική παράλυση, η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι τους αναπνευστικούς μυς και να οδηγήσει σε αναπνευστική ανεπάρκεια.

Ποια είναι τα πρώτα συμπτώματα

Σύμφωνα με επιστημονικές αναφορές, τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μέσα σε 20 λεπτά έως τέσσερις ώρες από την κατανάλωση του ψαριού και μπορεί να περιλαμβάνουν:

Mούδιασμα στα χείλη, στη γλώσσα και στο πρόσωπο
Aίσθημα μυρμηγκιάσματος στα χέρια και στα πόδια
Έντονη αδυναμία
Ζάλη και πονοκέφαλο
Ναυτία
Εμετούς
Διάρροια
Κοιλιακό πόνο
Δυσκολία στην ομιλία
Δυσκολία στην κατάποση
Απώλεια ισορροπίας και συντονισμού κινήσεων

Τα σοβαρά στάδια της δηλητηρίασης

Εάν η ποσότητα της τοξίνης που έχει καταναλωθεί είναι μεγάλη, η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί ραγδαία.

Οι ασθενείς είναι δυνατόν να παρουσιάσουν:

Γενικευμένη μυϊκή παράλυση
Αδυναμία κίνησης των άκρων
Δυσκολία στην αναπνοή
Πτώση της αρτηριακής πίεσης
Διαταραχές του καρδιακού ρυθμού
Κυάνωση
Απώλεια φωνής
Σπασμούς
Αναπνευστική ανεπάρκεια
Καρδιακή ανακοπή
Στις πιο βαριές περιπτώσεις, ο θάνατος επέρχεται από παράλυση των αναπνευστικών μυών, με τον ασθενή να παραμένει συχνά σε πλήρη συνείδηση μέχρι τα τελευταία στάδια της δηλητηρίασης.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την τετροδοτοξίνη. Η θεραπεία βασίζεται αποκλειστικά στην υποστηρικτική αντιμετώπιση σε νοσοκομείο και, όταν απαιτείται, στη μηχανική υποστήριξη της αναπνοής μέχρι να αποβληθεί η τοξίνη από τον οργανισμό. Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί πολυάριθμα περιστατικά δηλητηρίασης από λαγοκέφαλο σε χώρες της Μεσογείου, όπως το Ισραήλ, η Τουρκία, η Αίγυπτος και ο Λίβανος. Μόνο το 2022 είχαν καταγραφεί συνολικά 93 περιστατικά δηλητηρίασης και 12 θάνατοι που συνδέθηκαν με την κατανάλωση του συγκεκριμένου είδους στη Μεσόγειο.

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) τονίζει ότι ο λαγοκέφαλος αποτελεί σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία και υπογραμμίζει ότι η κατανάλωσή του ενέχει σοβαρό κίνδυνο για τον άνθρωπο. Παράλληλα, Ευρωπαίοι επιστήμονες επισημαίνουν ότι, λόγω της συνεχούς εξάπλωσής του στη Μεσόγειο, αυξάνεται και η πιθανότητα να καταλήξει κατά λάθος στην τροφική αλυσίδα, γι’ αυτό και συνιστούν συνεχή ενημέρωση των καταναλωτών και αυστηρή επιτήρηση της αγοράς.

Πώς έφτασε στη Μεσόγειο

Ο διευθυντής του Ινστιτούτου απέδωσε την εξάπλωση του είδους κυρίως σε δύο βασικούς παράγοντες: τη διάνοιξη και διαπλάτυνση της Διώρυγα του Σουέζ και την υπεραλίευση. «Ανοίξαμε μια τεράστια δίοδο με την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό», σημείωσε, εξηγώντας ότι έτσι μετακινούνται νέα είδη προς τη Μεσόγειο. Παράλληλα, επεσήμανε ότι: «Το μεγάλο πρόβλημα έχει να κάνει με την υπεραλίευση», η οποία διαταράσσει την ισορροπία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

Η κλιματική αλλαγή, όπως είπε, λειτουργεί συμπληρωματικά, διευκολύνοντας την εγκατάσταση αυτών των ειδών. «Τα ψάρια που θα έπρεπε να είναι θηρευτές έχουν αποδεκατιστεί», ανέφερε, φέρνοντας ως παράδειγμα μεγάλα ψάρια που πλέον αλιεύονται μαζικά. Προειδοποίησε μάλιστα ότι: «Και του χρόνου θα είναι μεγαλύτερο το πρόβλημα αν δεν σταματήσουμε αυτή την παράνοια».

Πάνω από 1.000 νέα είδη στη Μεσόγειο

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αλλαγή στο θαλάσσιο περιβάλλον είναι ραγδαία: «Πάνω από 1.000 είδη έχουν εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια στη Μεσόγειο», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι επιβιώνουν κυρίως τα πιο προσαρμοστικά και επιθετικά είδη. Ο λαγοκέφαλος συγκαταλέγεται σε αυτά.

Τα περιστατικά «δαγκωμάτων» και η πραγματική αιτία

Αναφερόμενος σε περιστατικά δαγκωμάτων σε παραλίες, ο κ. Τσιμπίδης έδωσε διαφορετική διάσταση: «Όπου έγινε αυτό, βρήκαμε ταΐσμα», τόνισε, εξηγώντας ότι η συνήθεια των λουόμενων να πετούν τροφή στη θάλασσα προσελκύει τα ψάρια κοντά στην ακτή.«Με αυτόν τον τρόπο πλησιάζουν στις παραλίες και μπορεί να υπάρξει ένα τσίμπημα», σημείωσε. Ωστόσο, επανέλαβε ότι: «Δεν υπάρχει κανένας τέτοιος κίνδυνος», ενώ ακόμη και σε περίπτωση μικροτραυματισμού, η αντιμετώπιση είναι απλή.