Μια από τις πιο βαθιές αντιφάσεις -που όμως είναι για χρόνια ριζωμένη- στην ελληνική αγορά εργασίας καταγράφει η μεγαλύτερη πανελλαδική έρευνα εργαζομένων που πραγματοποίησε το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. Ο λόγος για χιλιάδες εργαζόμενους, οι οποίοι διαθέτουν σπουδές, γνώσεις και δεξιότητες που όμως μένουν αναξιοποίητες και δεν εφαρμόζονται στις θέσεις εργασίας που κατέχουν.
Π από τέσσερις στους δέκα (το 42,6%) εργαζομένους δηλώνουν ότι το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων τους σχετίζεται λίγο ή καθόλου με την εργασία που ασκούν σήμερα, ενώ την ίδια στιγμή το 44,2% θεωρεί ότι υπάρχει μεγάλη ή πολύ μεγάλη συνάφεια. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη διαχρονική αδυναμία σύνδεσης του εκπαιδευτικού συστήματος με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Η σχέση της μορφής εργασίας
Η έρευνα δείχνει ότι το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο στις πιο επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους με εκ περιτροπής εργασία δηλώνουν ότι οι σπουδές και τα προσόντα τους αξιοποιούνται ελάχιστα ή καθόλου στη θέση που κατέχουν, ενώ αντίστοιχη είναι η εικόνα και στη μερική απασχόληση. Με απλά λόγια, όσο πιο ασταθής είναι η εργασιακή σχέση, τόσο περιορίζεται και η δυνατότητα αξιοποίησης των γνώσεων και της εξειδίκευσης των εργαζομένων.
Παράλληλα, η έρευνα ανατρέπει την κυρίαρχη αντίληψη ότι το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η έλλειψη δεξιοτήτων. Σχεδόν δύο στους τρεις εργαζομένους (δηλαδή ποσοστό 65%) θεωρούν ότι διαθέτουν ακριβώς το επίπεδο δεξιοτήτων που απαιτεί η θέση τους, ενώ το 29% δηλώνει ότι διαθέτει περισσότερες δεξιότητες από όσες αξιοποιούνται στην εργασία του. Μόλις το 3,6% θεωρεί ότι υπολείπεται των απαιτήσεων της θέσης.
Υποαξιοποίηση
Το εύρημα αυτό οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: η ελληνική αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα ελλείψεων, αλλά και σοβαρό ζήτημα υποαξιοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού. Πολλοί εργαζόμενοι αποδέχονται θέσεις κατώτερες των προσόντων τους είτε επειδή χρειάζονται άμεσα εργασία είτε επειδή αναζητούν μεγαλύτερη σταθερότητα. Το 39% όσων δηλώνουν υπερκαταρτισμένοι αναφέρει ότι αποδέχθηκε μια θέση μόνο και μόνο για να βρει γρήγορα δουλειά, ενώ περίπου ένας στους πέντε επικαλείται την έλλειψη θέσεων στον τομέα εξειδίκευσής του.
Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι εμφανίζουν υψηλή αίσθηση επαγγελματικής επάρκειας. Το 88,8% δηλώνει ότι ανταποκρίνεται σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της θέσης του, ενώ σχεδόν τρεις στους τέσσερις θεωρούν ότι αξιοποιούν αρκετά ή πλήρως τις δεξιότητες και τις γνώσεις τους. Σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν μπορεί να στηρίζεται στη λογική της «ανεπάρκειας» των εργαζομένων, αλλά οφείλει να εστιάσει στην ποιότητα των θέσεων εργασίας και στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής.
Χωρίς μετεκπαίδευση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα γύρω από τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση. Παρά τη συνεχή δημόσια συζήτηση για την ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων, το 74,5% των εργαζομένων δηλώνει ότι δεν παρακολούθησε κανένα πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης τον τελευταίο χρόνο. Επιπλέον, η πρόσβαση στην κατάρτιση εμφανίζεται βαθιά άνιση. Οι κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων συμμετέχουν πολύ περισσότερο σε προγράμματα επιμόρφωσης σε σχέση με τους εργαζομένους χαμηλότερων εκπαιδευτικών βαθμίδων ή χαμηλών εισοδημάτων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η κατάρτιση, αντί να λειτουργεί ως μηχανισμός μείωσης ανισοτήτων, συχνά ενισχύει τις ήδη υπάρχουσες διαφοροποιήσεις στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, περισσότεροι από ένας στους τρεις εργαζομένους δηλώνουν ότι η επιχείρηση στην οποία εργάζονται δεν υποστηρίζει ουσιαστικά τη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση, με την εικόνα να είναι σαφώς χειρότερη στις μικρές επιχειρήσεις.
Η έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ καταλήγει ότι η αναβάθμιση δεξιοτήτων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ατομική ευθύνη του εργαζομένου. Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την ποιότητα της εργασίας, τις επενδύσεις των επιχειρήσεων στο ανθρώπινο δυναμικό και συνολικά με τον παραγωγικό προσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας.
Η έρευνα βασίστηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα και πραγματοποιήθηκε το διάστημα Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2025 από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata.
