Η πρωτοφανής υπόθεση της μετακίνησης των διδύμων, Αλίκης και Μάριου, που... είχε έρθει στη δημοσιότητα πριν αρκετές ημέρες, γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη με σαφή στοιχεία και μια ογκώδη μηνυτήρια αναφορά-έγκληση που κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.
Το 16σέλιδο κείμενο που έχει η εφημερίδα «Political» στα χέρια της αναφέρεται πολύ συγκεκριμένα με στοιχεία στον άκρως ύποπτο ρόλο της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων Πειραιά (ΕΠΑΠ), γνωστής ως «Καλός Ποιμήν», αναφορικά με την ενορχηστρωμένη -όπως υποστηρίζεται- απομάκρυνση των δύο πεντάχρονων διδύμων. Τα παιδιά απομακρύνθηκαν βίαια από τη γυναίκα που τα μεγάλωνε με στοργή, βάσει δόλιων και κατασκευασμένων καταγγελιών που κατέρρευσαν αμέσως μετά, εξυπηρετώντας προφανώς αδιαφανή συμφέροντα και σκοπιμότητες της διοίκησης του ιδρύματος.
Με τον μανδύα του νόμου
Το χρονικό αυτής της πρωτοφανούς εκτροπής για το κοινωνικό κράτος ξεκινάει με την κυρία ΜΘ, μια ενεργή εθελόντρια που από το 2013 προσέφερε ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες της στο ίδρυμα του «Καλού Ποιμένα». Τον Μάιο του 2025 γνώρισε τα δίδυμα αδερφάκια, τα οποία μεγάλωναν σε ένα ψυχρό ιδρυματικό περιβάλλον, στερούμενα την απαραίτητη οικογενειακή θαλπωρή και προστασία. Μεταξύ της γυναίκας και των παιδιών αναπτύχθηκε ταχύτατα ένας ισχυρότατος και απολύτως αμοιβαίος συναισθηματικός δεσμός.
Ακολουθώντας σχολαστικά όλες τις νόμιμες διαδικασίες μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος, η εθελόντρια κατέθεσε επίσημο αίτημα αναδοχής τον Αύγουστο του 2025, με ορίζοντα την τελική υιοθεσία τους. Η ίδια η αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών ενέκρινε τη φιλοξενία των νηπίων στο σπίτι της στη Νίκαια τον Δεκέμβριο, αναγνωρίζοντας επισήμως την ουσιαστική και υγιή σχέση τους.
Όμως -όπως αναφέρεται στο κείμενο της μηνυτήριας αναφοράς- η διοίκηση του ιδρύματος είχε προφανώς καταστρώσει άλλα σχέδια. Στις 17 Φεβρουαρίου 2026, την ώρα που διενεργούνταν μια εντελώς προγραμματισμένη αυτοψία από κοινωνικές λειτουργούς της ΕΠΑΠ στην οικία της αναδόχου, εκτυλίχθηκαν σκηνές ακραίας αστυνομικής αυθαιρεσίας.
Δύο αστυνομικοί εισέβαλαν αιφνιδιαστικά, ανακοινώνοντας πως έχουν άνωθεν εντολή να μεταφέρουν τα παιδιά στη ΓΑΔΑ, επικαλούμενοι μια θολή καταγγελία περί δήθεν σεξουαλικής κακοποίησης. Χωρίς να διαθέτουν ένταλμα και δίχως καμία απολύτως εισαγγελική παρουσία, πραγματοποίησαν παράνομη έρευνα σε ντουλάπια, αντιμετωπίζοντας τη γυναίκα με εριστικό τρόπο σαν κοινή κακοποιό, πάντα σύμφωνα με το κείμενο της μήνυσης. Την ίδια στιγμή, τα κατατρομοκρατημένα από την ένταση νήπια αναζητούσαν εναγωνίως προστασία στην αγκαλιά της.
Το ιατρικό πόρισμα
Ο εφιάλτης -όπως καταγγέλλει η ανάδοχος- συνεχίστηκε με τη μεταφορά των παιδιών στο Νοσοκομείο Παίδων Π. και Α. Κυριακού, όπου και παρέμειναν έγκλειστα για 6 ολόκληρες ημέρες. Εκεί, οι κατηγορίες που της είχαν προσάψει για υποτιθέμενη κακοποίηση κατέρρευσαν με τεράστιο πάταγο. Εξειδικευμένοι ιατροί εξέτασαν τα παιδιά και διαπίστωσαν με τον πλέον κατηγορηματικό και αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι τα ανήλικα δεν είχαν υποστεί απολύτως καμία μορφή κακοποίησης, ούτε σεξουαλικής ούτε σωματικής.
Αντιθέτως, το ιατρικό προσωπικό κατέγραψε ρητά την εξαιρετική σωματική και ψυχική ευεξία τους, καθώς και τον συγκινητικά έντονο δεσμό που διατηρούσαν με το πρόσωπο της κυρίας ΜΘ. Κατά την έξοδό τους -όπως αναφέρει η μηνύτρια- από το νοσοκομείο, τα δίδυμα σφάδαζαν στο κλάμα, αρνούνταν πεισματικά να επιβιβαστούν στο όχημα της ΕΠΑΠ και ικέτευαν να παραμείνουν με τη γυναίκα που τους προσέφερε στοργή.
Αντί, ωστόσο, οι «αρμόδιοι» να ζητήσουν συγγνώμη και να επιστρέψουν άμεσα τα παιδιά σε εκείνη, επέδειξαν την απόλυτη αναλγησία. Ενώ η αντεισαγγελέας Ανηλίκων παρότρυνε εμφατικά τη γυναίκα να προχωρήσει απρόσκοπτα στη συγκέντρωση δικαιολογητικών για την υιοθεσία, οι κοινωνικές λειτουργοί τής επιτέθηκαν. Σε ραντεβού που ακολούθησαν -όπως αναφέρει στην μήνυση- την εκβίαζαν ανοιχτά να αποσύρει κάθε αίτηση αναδοχής, απειλώντας την πως η στημένη -και ιατρικώς καταρριφθείσα- καταγγελία θα αποτελούσε στίγμα που θα την καθιστούσε μόνιμα «ακατάλληλη».
Διαδικασίες «εξπρές»
Το απόλυτο σημείο της θεσμικής εκτροπής εκδηλώθηκε αμέσως μετά. Την ώρα που το ίδρυμα απαγόρευε κάθε επαφή των παιδιών με τα οικεία τους πρόσωπα με το αστείο πρόσχημα «να μην ξεσηκωθούν», η διευθύντρια της ΕΠΑΠ οργάνωνε διαδικασίες «εξπρές» που ελέγχονται για τη νομιμότητά τους. Με συνοπτικές τηλεδιασκέψεις και μόλις δύο συναντήσεις έφεραν τα παιδιά σε επαφή με νέους, άγνωστους υποψήφιους ανάδοχους από τη Βόρεια Ελλάδα.
Στις 4 Απριλίου 2026, τα ανήλικα στάλθηκαν μακριά, παρακάμπτοντας βάναυσα τις διαδικασίες ομαλής προσαρμογής και συνθλίβοντας την ψυχολογία τους. Καταπατήθηκε κάθε άρθρο του Νόμου 4538/2018 και η ίδια η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
Τα ερωτηματικά παραμένουν αμείλικτα: Γιατί η πρόεδρος του φορέα παραπλανούσε το Διοικητικό Συμβούλιο λέγοντας πως η ανάδοχος έχει «ποινικό ζήτημα», όταν δεν υπήρχε καμία δίωξη; Η μηνυτήρια αναφορά που κατατέθηκε μιλάει σκληρά για συκοφαντική δυσφήμιση, παράβαση καθήκοντος και εγείρει εφιαλτικές υποψίες για ενδεχόμενη εμπορία ανηλίκων. Μήπως η ψευδής καταγγελία ήταν απλώς το βολικό εργαλείο για να αφαιρέσουν τα παιδιά και να εξυπηρετήσουν άλλες, αδιαφανείς σκοπιμότητες κάτω από το τραπέζι;
Η Δικαιοσύνη οφείλει να παρέμβει τώρα και να αποσαφηνίσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανατράπηκαν οι ζωές των παιδιών που ήδη από τα βρεφικά τους χρόνια έχουν υποστεί την κακοποίηση, η οποία τα οδήγησε στον «Καλό Ποιμένα».
