Latest News

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Έβρος: Οι συλλήψεις για τα 147 πιστόλια και η εκδοχή των «Γκιουλενιστών» κατηγορουμένων

Η φωτογραφία με τα 147 πιστόλια παρατεταγμένα σε σειρές, μαζί με γεμιστήρες και εξαρτήματα, είχε προκαλέσει έντονη αίσθηση στις αρχές Οκτωβρίου του 2025, όταν δημοσιοποιήθηκε από την Ελληνική Αστυνομία στο πλαίσιο επιχείρησης κατά κυκλωμάτων Τούρκων που φέρονται να δρούσαν... στην Ελλάδα.

Η επιχείρηση στον Έβρο παρουσιάστηκε τότε ως σημαντικό πλήγμα σε δίκτυο διακίνησης όπλων με διεθνείς διασυνδέσεις. Σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις των αρχών, το φορτίο προοριζόταν για εγκληματικές οργανώσεις, ανάμεσά τους και η τουρκική ομάδα που είναι γνωστή ως «Daltons». Ωστόσο, μέσα από τις απολογίες των συλληφθέντων και τα έγγραφα της υπεράσπισης προκύπτει και μια διαφορετική εκδοχή για όσα συνέβησαν.

Οι 15 Τούρκοι υπήκοοι που συνελήφθησαν στο σημείο –μεταξύ τους και δύο ανήλικοι– αρνούνται ότι έχουν σχέση με τον οπλισμό. Υποστηρίζουν ότι είναι μέλη του κινήματος του Φετουλάχ Γκιουλέν και ότι πέρασαν στην Ελλάδα με σκοπό να ζητήσουν άσυλο.

Πώς έγινε η επιχείρηση

Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από πληροφορίες που έφτασαν στις αρμόδιες υπηρεσίες σχετικά με οργανωμένα κυκλώματα διακίνησης όπλων, στα οποία φέρονταν να εμπλέκονται κυρίως Τούρκοι υπήκοοι. Οι πληροφορίες έκαναν λόγο για σχεδιαζόμενη μεταφορά μεγάλης ποσότητας οπλισμού στην Ελλάδα μέσω μη ελεγχόμενων σημείων των ελληνοτουρκικών συνόρων.

Για τον λόγο αυτό τέθηκε υπό παρακολούθηση η παραποτάμια περιοχή του Έβρου, μεταξύ των χωριών Λαγυνά και Τυχερό. Το βράδυ της 1ης Οκτωβρίου 2025 συγκροτήθηκε αστυνομικό κλιμάκιο και τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας αναπτύχθηκαν δυνάμεις στην περιοχή.

Λίγο πριν τις 10 το πρωί, οι αστυνομικοί εντόπισαν ομάδα ατόμων να εισέρχεται στην ελληνική επικράτεια και να παραμένει κοντά στην όχθη του ποταμού. Αρχικά επέλεξαν να παρακολουθήσουν διακριτικά την κατάσταση, εκτιμώντας ότι ίσως εμφανιστεί όχημα ή άλλο πρόσωπο για την παραλαβή τους. Όταν μέχρι το μεσημέρι δεν καταγράφηκε κάποια τέτοια κίνηση, αποφασίστηκε η επέμβαση.

Ο οπλισμός που εντοπίστηκε

Στο σημείο εντοπίστηκαν συνολικά 15 άτομα. Σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου από την ομάδα βρέθηκαν δύο μεγάλοι σάκοι και μία ταξιδιωτική βαλίτσα.

Μέσα στις αποσκευές υπήρχαν 147 πιστόλια διαφόρων κατασκευαστών, 173 γεμιστήρες, φυσίγγια και εξαρτήματα όπλων όπως κάννες, επικρουστήρες και μηχανισμοί σκανδάλης. Τα αντικείμενα ήταν συσκευασμένα σε πλαστικές σακούλες για προστασία από την υγρασία.

Σύμφωνα με τις αρχές, το συνολικό βάρος των σάκων ξεπερνούσε τα 130 κιλά, γεγονός που –κατά την εκτίμησή τους– δείχνει ότι η μεταφορά του φορτίου απαιτούσε συντονισμένη προσπάθεια. Στη δικογραφία επισημαίνεται επίσης ότι ο συγκεκριμένος οπλισμός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί είτε αυτούσιος είτε για τη συναρμολόγηση νέων όπλων.

Παράλληλα εντοπίστηκε και δελτίο ταυτότητας βουλγαρικών αρχών, το οποίο μετά από έλεγχο κρίθηκε πλαστό.

Η εκδοχή των συλληφθέντων

Οι κατηγορούμενοι παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα για όσα συνέβησαν. Όπως αναφέρουν στις καταθέσεις τους, προέρχονται από περιοχές της Κωνσταντινούπολης και πλήρωσαν περίπου 4.000 ευρώ σε διακινητές για να περάσουν στην Ελλάδα.

Υποστηρίζουν ότι μεταφέρθηκαν με πλωτό μέσο μέσω του Έβρου και ότι οι σάκοι βρίσκονταν ήδη στο σκάφος πριν επιβιβαστούν. Σύμφωνα με τους ίδιους, δεν γνώριζαν τι περιείχαν οι αποσκευές ούτε είχαν οποιαδήποτε σχέση με τον οπλισμό.

Ένας από τους κατηγορουμένους φέρεται να παραδέχθηκε ότι είχε λάβει οδηγίες μέσω κινητού τηλεφώνου να μεταφέρει αποσκευές, επιμένοντας όμως ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενό τους.

Το προφίλ των κατηγορουμένων

Σύμφωνα με στοιχεία της υπεράσπισης, ανάμεσα στους συλληφθέντες υπάρχουν άτομα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, μεταξύ των οποίων απόφοιτοι πανεπιστημίων και επαγγελματίες με εξειδικευμένη κατάρτιση. Σε μία περίπτωση γίνεται αναφορά σε απόφοιτο πολυτεχνείου στην Τουρκία, ενώ ένας ακόμη κατηγορούμενος φέρεται να είναι πρώην αστυνομικός και απόφοιτος οικονομικού πανεπιστημίου.

Ο τελευταίος είναι σύζυγος γυναίκας που κρατείται στις φυλακές Θήβας μαζί με το βρέφος τους, το οποίο βρίσκεται μαζί της λόγω της ηλικίας του. Η ίδια έχει καταθέσει επανειλημμένα αιτήματα αποφυλάκισης επικαλούμενη κυρίως το συμφέρον του παιδιού, ωστόσο μέχρι σήμερα έχουν απορριφθεί από τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια της Αλεξανδρούπολης. Σε εκκρεμότητα παραμένει αίτηση αποφυλάκισης που κατατέθηκε τον Φεβρουάριο του 2026.

Παιδιά ανάμεσα στους συλληφθέντες

Ιδιαίτερη διάσταση στην υπόθεση δίνει η παρουσία παιδιών. Το βρέφος που κατά τη σύλληψη ήταν έξι μηνών είναι πλέον ενός έτους και εξακολουθεί να βρίσκεται μαζί με τη μητέρα του στο σωφρονιστικό κατάστημα Θήβας.

Σύμφωνα με το υπόμνημα της υπεράσπισης, στο σχετικό βούλευμα των 45 σελίδων δεν γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι η γυναίκα κρατείται μαζί με το παιδί της, στοιχείο που –κατά την άποψή τους– δεν αποτυπώνει πλήρως την πραγματική κατάσταση.

Παράλληλα αναφέρεται και δεύτερο ανήλικο παιδί της ίδιας οικογένειας, ηλικίας πέντε ετών, το οποίο ζει προσωρινά στην Ελλάδα με συγγενικό πρόσωπο και βρίσκεται σε καθεστώς αιτούντος άσυλο.

Το βασικό ερώτημα της υπόθεσης

Οι κατηγορούμενοι προφυλακίστηκαν από την πρώτη ημέρα της σύλληψής τους, ενώ αιτήματα για αποφυλάκιση ή αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης έχουν απορριφθεί.

Η υπόθεση εξελίσσεται πλέον σε δύο παράλληλες εκδοχές. Από τη μία πλευρά, η δικογραφία της Αστυνομίας περιγράφει μια οργανωμένη επιχείρηση διακίνησης οπλισμού με μεγάλη ποσότητα όπλων που θα μπορούσε να εξοπλίσει ακόμη και έναν μικρό «στρατό». Από την άλλη, οι κατηγορούμενοι επιμένουν ότι δεν γνώριζαν τίποτα για το περιεχόμενο των σάκων και ότι βρέθηκαν στο σημείο ως διακινούμενοι που επεδίωκαν να ζητήσουν άσυλο.

Μάλιστα, υποστηρίζουν ότι δεν αποκλείεται να έχουν πέσει θύματα παγίδας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι πίσω από την εμπλοκή τους μπορεί να βρίσκονται πρόσωπα που συνδέονται με υποστηρικτές του καθεστώτος Ερντογάν. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από τη δικογραφία, ωστόσο αποτελούν μέρος της υπερασπιστικής γραμμής.

Το βασικό ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι ποια είναι τελικά η πραγματική σχέση των συλληφθέντων με τον οπλισμό που εντοπίστηκε δίπλα τους. Μέχρι να δοθεί απάντηση, η υπόθεση συνεχίζει να προκαλεί έντονο ενδιαφέρον, τόσο για τη σοβαρότητα των ευρημάτων όσο και για τις ανθρώπινες διαστάσεις που τη συνοδεύουν.