Μια εκτεταμένη υπόθεση απάτης που αποκαλύπτει τις σκοτεινές πτυχές της αγοράς τέχνης ήρθε στο φως στις Ηνωμένες Πολιτείες, με πρωταγωνιστές έναν πατέρα και την κόρη του, οι οποίοι...
Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται πριν από περίπου έναν χρόνο, όταν ο έμπορος έργων τέχνης της Νέας Υόρκης, Ρόμπερτ Ρόγκαλ, δέχθηκε στο ιδιωτικό του showroom μια νεαρή γυναίκα, η οποία παρουσιάστηκε ως Καρολίνα Μπανκόφσκα και επιχείρησε να πουλήσει έναν πίνακα που έφερε την υπογραφή του Άντριου Γουάιεθ.
Ο ίδιος, εκτιμώντας ότι το έργο θα μπορούσε να αποφέρει μεταξύ 20.000 και 30.000 δολαρίων, δέχθηκε αρχικά να το διαθέσει μέσω δημοπρασίας, σημειώνοντας πως «η προέλευση δεν ήταν απολύτως ξεκάθαρη, αλλά φαινόταν αξιόπιστη. Δεν έμοιαζε προφανώς πλαστό». Ωστόσο, εκ των υστέρων, εκτιμά ότι επρόκειτο για απομίμηση — μία από τις τουλάχιστον 200 που, σύμφωνα με τις αρχές, διακινήθηκαν από την ίδια και τον πατέρα της, Έρβιν Μπανκόφσκι.
Ένα διεθνές δίκτυο πλαστογραφιών με «βαριά» ονόματα
Σύμφωνα με τις ομοσπονδιακές αρχές, οι απομιμήσεις κατασκευάζονταν στην Πολωνία από συνεργό που δεν κατονομάζεται και αναπαρήγαγαν έργα γνωστών καλλιτεχνών, όπως ο Banksy και ο Άντι Γουόρχολ, αλλά και λιγότερο προβεβλημένα έργα δημιουργών όπως ο Ρίτσαρντ Μέιχιου.

Το πιο επικερδές από αυτά τα πλαστά έργα, που αποδιδόταν στον Μέιχιου, πωλήθηκε μέσω δημοπρασίας έναντι 160.000 δολαρίων, επιβεβαιώνοντας το εύρος και την αποτελεσματικότητα της απάτης.


Οι κατηγορούμενοι, Πολωνοί υπήκοοι που διέμεναν στο Νιου Τζέρσεϊ, παραδέχθηκαν την ενοχή τους για εξαπάτηση θυμάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και μεγάλοι οίκοι δημοπρασιών της Νέας Υόρκης. Αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνωμοσία απάτης μέσω ηλεκτρονικών μέσων, καθώς και για ψευδή παρουσίαση έργων ιθαγενών καλλιτεχνών, λόγω αντιγραφής έργων του Φριτς Σόλντερ.
Βάσει των ομοσπονδιακών κατευθυντήριων γραμμών, ενδέχεται να καταδικαστούν σε ποινές φυλάκισης άνω των τριών ετών, ενώ καλούνται να καταβάλουν αποζημίωση ύψους 1,9 εκατομμυρίων δολαρίων και αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο απέλασης στην Πολωνία.
Ομολογίες, αποκαλύψεις και τα κενά της αγοράς τέχνης
Κατά την ακροαματική διαδικασία, η Καρολίνα Μπανκόφσκα παραδέχθηκε την ευθύνη της δηλώνοντας: «Η συμπεριφορά μου ήταν λανθασμένη και είμαι ένοχη», ενώ ο δικηγόρος της επισήμανε ότι έχει ήδη δεσμεύσει πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια σε λογαριασμό μεσεγγύησης.
Αντίστοιχα, ο πατέρας της, μέσω διερμηνέα, ζήτησε συγγνώμη, με τον συνήγορό του να τονίζει ότι «έλαβε μια κακή απόφαση προσπαθώντας να στηρίξει την οικογένειά του».
Η απάτη φαίνεται πως ξεκίνησε ήδη από το 2020, με τους κατηγορούμενους να αναθέτουν σε Πολωνό καλλιτέχνη τη δημιουργία πλαστών έργων, χρησιμοποιώντας παλαιό χαρτί, ψευδείς σφραγίδες και ανύπαρκτα ιστορικά έκθεσης για να ενισχύσουν την αξιοπιστία τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, επικαλούνταν ακόμη και γκαλερί που είχαν πάψει να λειτουργούν εδώ και δεκαετίες.
Η υπόθεση άρχισε να αποκαλύπτεται το 2023, όταν εκπρόσωποι του καλλιτέχνη Ρέιμοντς Στάπρανς εντόπισαν πλαστό έργο που είχε πωληθεί έναντι 60.000 δολαρίων. Λεπτομέρειες όπως σφραγίδες με αναχρονιστικά στοιχεία — ακόμη και διευθύνσεις που είχαν καταργηθεί από τη δεκαετία του 1960 — πρόδωσαν τελικά την απάτη.
Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση του Ρόγκαλ, ο οποίος δεν ολοκλήρωσε τη συναλλαγή, καθώς η σφραγίδα στο πίσω μέρος του πίνακα τού φάνηκε «υπερβολικά καθαρή». Όταν ζήτησε από την Μπανκόφσκα να παραλάβει το έργο, εκείνη δεν ανταποκρίθηκε ποτέ.
Επανεξετάζοντας την εμπειρία του, σχολίασε χαρακτηριστικά: «Προσπαθείς να κάνεις σωστά τη δουλειά σου. Μπορούμε να ξεγελαστούμε; Απολύτως».
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον χώρο της τέχνης, με ειδικούς να επισημαίνουν ότι το φαινόμενο των πλαστών έργων είναι πολύ πιο εκτεταμένο απ’ όσο γίνεται αντιληπτό, αποκαλύπτοντας τα διαχρονικά κενά ελέγχου σε μια αγορά που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπιστοσύνη και την τεκμηρίωση προέλευσης.