Ο μάρτυρας επισήμανε ότι υπήρξε αξιωματικός που έδινε εντολές να μη γίνουν συγκεκριμένοι έλεγχοι, με συνέπεια κάποιοι, ενδεχομένως, να καταφέρουν να διαφύγουν από τον τόπο του εγκλήματος.
Ο αστυνομικός, ο οποίος κατεύθυνε τις διμοιρίες των ΜΑΤ που έσπευσαν στο Ρέντη να ενισχύσουν την ομάδα του Γιώργου Λυγγερίδη, είπε στο δικαστήριο ότι, κάποια στιγμή, τον ενημέρωσαν πως μέσα στο στάδιο υπήρχε έντονη οσμή καμένου και ότι προερχόταν από τις τουαλέτες του σταδίου, καθώς κάποιοι έκαιγαν τα ρούχα τους. Τότε «είπα στις διμοιρίες που έφτασαν εκεί να κλείσουν τις πόρτες, να φράξουν την είσοδο και να μην αφήσουν κανέναν να βγει έξω, αν δεν ελεγχθεί. Η απόφαση ήταν δική μου να κλείσουν οι θύρες. Δεν έχει ξαναγίνει ποτέ να μη βγει κάποιος έξω, αλλά, επειδή υπήρχε βαρύς τραυματισμός, έπρεπε να γίνουν οπωσδήποτε συλλήψεις».
«Προσχεδιασμένη και καλά μελετημένη η επίθεση»
Η εντολή εκτελέστηκε, αλλά οι αστυνομικοί στο πεδίο, κάποια στιγμή, τον ενημέρωσαν ότι «ο αστυνομικός διευθυντής του Πειραιά τους προκαλεί προβλήματα και τους απαγόρευσε να ελέγξουν κάποια αυτοκίνητα και τις αποστολές των ομάδων που έφυγαν. Ενώ εμείς είχαμε δώσει εντολή να ελέγχονται άπαντες και να μη φύγει κανείς». Ο αστυνομικός επισήμανε ότι «με την εντολή του ταξίαρχου έφυγαν αυτοκίνητα και αποστολές και έλεγαν ότι μέσα βρίσκονται οι παίκτες και οι παράγοντες της ομάδας του Ολυμπιακού. Αυτός μας τα έλεγε. Δεν ξέραμε αν μέσα σε αυτούς ήταν κι άλλοι, αφού δεν ελέγχθηκαν».
Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι ανάμεσα σε αυτούς που έπρεπε να ελεγχθούν σίγουρα δεν υπήρχαν οπαδοί του Παναθηναϊκού, επισημαίνοντας ότι από το 2010 «δεν υπάρχουν οπαδοί στα γήπεδα της αντίπαλης ομάδας. Είναι μόνο της συγκεκριμένης ομάδας και γίνονται συνέχεια επεισόδια με επιθέσεις στα ΜΑΤ. Δεν είναι επεισόδια μεταξύ οπαδών Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού». Στη συνέχεια, ο αστυνομικός, επικαλούμενος την πείρα του, τόνισε ότι η επίθεση ήταν «προσχεδιασμένη και καλά μελετημένη και έδειχναν ότι ήξεραν τι δυνάμεις υπήρχαν εκεί και για αυτό επιτίθεντο σχεδιασμένα και κατά κύματα».
«Πίστευαν πως θα βρουν άσυλο μέσα στο στάδιο»
Για το πόσο καλά οργανωμένοι ήταν οι κουκουλοφόροι οπαδοί εκείνη τη νύχτα, ο μάρτυρας υπογράμμισε ότι «το αξιοπερίεργο που αποδεικνύει ότι ήρθαν εκ του ασφαλούς να κάνουν επεισόδια και να ξεφύγουν είναι ότι είχαν προμελετημένο να μπουν στο γήπεδο, όταν τους απωθήσαμε, θεωρώντας ότι εκεί θα βρουν άσυλο και δεν θα μπορούμε να τους πιάσουμε. Συνήθως όταν απωθούμε έξω από τα γήπεδα, φεύγουν προς διάφορες κατευθύνσεις για να γλιτώσουν. Εδώ όμως δεν περίμεναν να δώσω εντολή να κλείσουν οι πόρτες και να μην μπορούν να φύγουν. Την πάτησαν…».
Ο αστυνομικός εκτίμησε ότι «κάποιοι λίγοι έφυγαν» και υποστήριξε ότι ήταν πολύ δύσκολο οι δυνάμεις των ΜΑΤ να κατέβουν στις τουαλέτες του σταδίου προκειμένου να δουν ποιοι έκαιγαν τα ρούχα τους και να τους αναγνωρίσουν. Ο εισαγγελέας ρώτησε αν το κάψιμο των ρούχων ήταν ενδεικτικό για την καταστροφή στοιχείων και ο μάρτυρας απάντησε ότι αποφασίστηκε να μην μπουν τα ΜΑΤ μέσα στο γήπεδο για να μην προκληθούν επεισόδια σε εσωτερικό χώρο: «Αν το κάναμε, σήμερα δεν θα μιλούσαμε για έναν νεκρό, αλλά για πάρα πολλούς». Επισήμανε ότι δεν υπήρχε κανένας έλεγχος και μπορεί μέσα στο γήπεδο να βρίσκονταν οπαδοί με εκρηκτικά, υποστηρίζοντας ότι αν έμπαιναν θα είχαν πολλούς τραυματισμούς και μάχες σώμα με σώμα. Ξεκαθάρισε ότι η απόφασή του να αποκλειστεί το γήπεδο ελήφθη εξαιτίας της σφοδρότητας των επιθέσεων και επειδή υπήρχε «ανθρωποκτόνος πρόθεση» και «μεγάλος όγκος πυρομαχικών».
