Για χρόνια, η επιστημονική έρευνα γύρω από το σεξ ήταν αποκλειστικά στραμμένη... στα ζευγάρια.
Το σεξ αντιμετωπιζόταν κυρίως ως μέρος μιας σταθερής σχέσης, ενώ η εμπειρία των περιστασιακών σχέσεων ήταν στο περιθώριο. Μια νέα μελέτη, ωστόσο, που εστίασε στο περιστασιακό σεξ, δείχνει ότι δεν συνδέεται απαραίτητα με ψυχολογική ανασφάλεια ή δυσφορία.
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Personal Relationships, εξετάζει πώς βιώνουν τη σεξουαλική τους ζωή ενήλικες χωρίς σχέση και τι σημαίνει αυτό για την ψυχική τους κατάσταση. Τα ευρήματα δείχνουν ότι όσοι έχουν περιστασιακές σεξουαλικές επαφές νιώθουν πιο ικανοποιημένοι σεξουαλικά και έχουν υψηλότερη αυτοπεποίθηση σε σύγκριση με όσους απέχουν από το σεξ.
Ποιοι συμμετείχαν και τι ακριβώς μετρήθηκε
Όπως αναφέρεται στο PsyPost, η έρευνα περιλάμβανε δύο ξεχωριστές μελέτες. Στην πρώτη συμμετείχαν 747 άτομα ηλικίας 20 έως 59 ετών, όλοι χωρίς σταθερό σύντροφο. Οι συμμετέχοντες περιέγραψαν με δικά τους λόγια την ερωτική ή σεξουαλική τους κατάσταση, κάτι που επέτρεψε στους ερευνητές να διακρίνουν ποιοι είχαν περιστασιακές σεξουαλικές επαφές και ποιοι όχι.
Παράλληλα, οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ψυχολογικά ερωτηματολόγια που μετρούσαν, μεταξύ άλλων, τον τύπο προσκόλλησης, με δύο διαστάσεις να απασχολούν κυρίως τους επιστήμονες: την αγχώδη προσκόλληση (που χαρακτηρίζεται από φόβο απόρριψης και έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης) και την αποφυγή προσκόλλησης (που βιώνει δυσφορία στην εγγύτητα και αποφεύγει την οικειότητα). Επιπλέον, αξιολογήθηκαν η ικανοποίηση από τη ζωή, η σεξουαλική ικανοποίηση, τα επίπεδα καταθλιπτικών συμπτωμάτων και το πόσο ελκυστικό και επιθυμητό θεωρεί κάποιος τον εαυτό του.
Τα αποτελέσματα της πρώτης μελέτης έδειξαν ότι περίπου το 15% των συμμετεχόντων είχε εκείνη την περίοδο μια περιστασιακή σεξουαλική σχέση, στις περισσότερες περιπτώσεις όχι μεταξύ αγνώστων, αλλά μεταξύ φίλων, πρώην συντρόφων ή επρόκειτο για σχέση τύπου «φίλοι με προνόμια». Η εικόνα του απρόσωπου, τυχαίου σεξ δεν φαίνεται να αντιπροσωπεύει την πλειονότητα αυτών των εμπειριών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το γεγονός ότι όσοι είχαν περιστασιακό σεξ εμφάνιζαν χαμηλότερα επίπεδα αποφυγής προσκόλλησης. Δηλαδή, ήταν γενικά πιο άνετοι με την οικειότητα και τη σωματική εγγύτητα, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με παλαιότερες θεωρίες που ήθελαν τα άτομα με αποστασιοποιημένο προφίλ να προτιμούν το casual σεξ για να αποφύγουν συναισθηματικούς δεσμούς. Παράλληλα, οι σεξουαλικά ενεργοί συμμετέχοντες αξιολογούσαν τον εαυτό τους ως πιο επιθυμητό και ελκυστικό, ενώ δήλωναν σαφώς υψηλότερη σεξουαλική ικανοποίηση.
Η δεύτερη μελέτη και η εικόνα της καθημερινότητας
Για να επιβεβαιώσουν τα ευρήματα, οι ερευνητές προχώρησαν σε δεύτερη μελέτη με 483 άτομα χωρίς σχέση. Αυτή τη φορά, η ερώτηση ήταν πιο άμεση: αν είχαν ή όχι συναινετική σεξουαλική επαφή τον τελευταίο μήνα. Περίπου το 26% απάντησε θετικά. Οι συμμετέχοντες που είχαν κάνει σεξ περιέγραψαν τις σχέσεις αυτές ως χαμηλής συναισθηματικής εμπλοκής και χωρίς έντονη πρόθεση να εξελιχθούν σε κάτι πιο δεσμευτικό. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε συχνή επαφή – τόσο σεξουαλική όσο και κοινωνική – και οι σύντροφοι συνήθως γνωρίζονταν ήδη καλά. Παρότι η αποκλειστικότητα δεν ήταν αντικείμενο ανοιχτής συζήτησης, συχνά θεωρούνταν δεδομένη. Το σεξ παρουσιαζόταν ως ο βασικός άξονας της σχέσης, χωρίς αυτό να σημαίνει πλήρη απουσία οικειότητας.
Τα ψυχολογικά αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την πρώτη μελέτη. Και εδώ, οι σεξουαλικά ενεργοί singles εμφάνιζαν χαμηλότερη αποφυγή προσκόλλησης και υψηλότερη αντίληψη προσωπικής ελκυστικότητας. Επιπλέον, δήλωναν μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή συνολικά και λιγότερα καταθλιπτικά συμπτώματα.
Αυτό το εύρημα διαφοροποιείται από παλαιότερες μελέτες σε φοιτητικούς πληθυσμούς, όπου το περιστασιακό σεξ είχε συνδεθεί με χαμηλότερη ευεξία. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η ηλικία, η εμπειρία και το πλαίσιο ζωής παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Τι σημαίνουν όλα αυτά – και τι όχι
Η μελέτη δείχνει ότι το περιστασιακό σεξ δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη συναισθηματικής ανασφάλειας. Αντίθετα, για πολλούς ανθρώπους χωρίς σχέση λειτουργεί ως τρόπος κάλυψης βασικών αναγκών για σωματική επαφή και σεξουαλική έκφραση, χωρίς την πίεση της δέσμευσης.
Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι δεν μπορούν να αποδείξουν σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Δεν είναι σαφές αν το σεξ βελτιώνει την ψυχική κατάσταση ή αν άτομα με καλύτερη ψυχολογία είναι απλώς πιο πιθανό να έχουν σεξ. Επιπλέον, η πρώτη μελέτη πραγματοποιήθηκε εν μέσω πανδημίας, γεγονός που πιθανότατα επηρέασε τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων. Παρά τους περιορισμούς, η έρευνα προσφέρει μια πιο ρεαλιστική και λιγότερο ηθικολογική ματιά στη σεξουαλική ζωή. Υπενθυμίζει ότι το σεξ εκτός σχέσης δεν είναι από μόνο του ούτε πρόβλημα ούτε λύση, αλλά μια εμπειρία που μπορεί να βιώνεται πολύ διαφορετικά, ανάλογα με το άτομο και το πλαίσιο.
