Latest News

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019

Ο «τζίρος» της βιομηχανίας όπλων έφτασε στα 420 δισ. δολ. - Ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι κατασκευαστές

Αύξηση 4,6% κατέγραψαν οι πωλήσεις όπλων των εκατό μεγαλύτερων βιομηχανιών του τομέα σε διεθνές επίπεδο...
το 2018, με τις ΗΠΑ να διατηρούν τα πρωτεία στην αγορά αυτή, διαπιστώνει έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας για τη Διεθνή Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI) που δόθηκε στη δημοσιότητα. 

Φθάνοντας τα 420 δισεκατομμύρια δολάρια, ο τζίρος των 100 μεγαλύτερων κατασκευαστριών όπλων στον κόσμο γνωρίζει αξιοσημείωτη άνοδο, χάρη κυρίως στη ζωτικότητα του τομέα στις ΗΠΑ. Στις πρώτες θέσεις της κατάταξης φιγουράρουν τα μεγάλα ονόματα της αμερικανικής βιομηχανίας όπλων, στις οποίες αναλογεί μερίδιο 59% της αγοράς, ή τζίρος 246 δισεκ. δολάρια (+7,2% σε ετήσια βάση).
«Μέσα σε έναν χρόνο, αυτή είναι αξιοσημείωτη αύξηση, αν ληφθούν υπόψη οι ήδη πολύ μεγάλες πωλήσεις αμερικανικών όπλων», τόνισε η διευθύντρια του τμήματος του SIPRI που είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση των εξοπλισμών, η Οντ Φλεράν, στο Γαλλικό Πρακτορείο. Οι αμερικανικές εταιρείες προφανώς ωφελήθηκαν πολύ από τη στρατηγική της κυβέρνησης του ρεπουμπλικάνου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ που θέλει να εκσυγχρονιστεί το οπλοστάσιο των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και βάζει ξανά στο επίκεντρο της προσοχής τους, ως τους κύριους αντιπάλους των ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα. Αδιαλείπτως από το 2009, η μεγαλύτερη κατασκευάστρια όπλων στον κόσμο παραμένει η αμερικανική Lockheed Martin (είχε τζίρο 47,3 δισεκ. δολαρίων το 2018), με τις πωλήσεις να αντιστοιχούν στο 11% του συνόλου στον πλανήτη. 
Στο Top 100 συμπεριλαμβάνονται συνολικά 43 αμερικανικές εταιρείες.
Η Ρωσία, από την δική της πλευρά, παρέμεινε στη δεύτερη θέση της κατάταξης των μεγαλύτερων βιομηχανιών όπλων - όταν ομαδοποιούνται σε εθνικά σύνολα - με το μερίδιο αγοράς της να ανέρχεται στο 8,6%, ελαφρώς υψηλότερο από εκείνο του Ηνωμένου Βασιλείου (8,4%) και της Γαλλίας (5,5%). Γενικότερα στην Ευρώπη εδρεύουν δύο μεγάλες πολυεθνικές βιομηχανίες όπλων (Airbus, MBDA), που επωφελούνται από την άνοδο της ζήτησης εξαιτίας «των ένοπλων συρράξεων που βρίσκονται σε εξέλιξη και των μεγάλων εντάσεων σε πολλές περιοχές», σημείωσε ακόμη η Φλεράν.