Σε διπλό μέτωπο, πολιτικό και κοινωνικό, βρίσκεται αντιμέτωπη η Γαλλία, καθώς η συντριπτική καταψήφιση του κυβερνητικού σχεδίου προϋπολογισμού στην Εθνοσυνέλευση συμπίπτει με τη σημερινή πανεθνική απεργία για την ακρίβεια, τους μισθούς και τις κοινωνικές παροχές.
Το βράδυ της Τετάρτης 4 Νοεμβρίου καταγράφηκε μια εξαιρετικά ηχηρή κοινοβουλευτική αποδοκιμασία: 458 βουλευτές καταψήφισαν το σκέλος των εσόδων του προϋπολογισμού για το 2027, κανένας δεν ψήφισε υπέρ και δύο απείχαν. Στην απόρριψη συνέπραξαν ακόμη και βουλευτές των πολιτικών δυνάμεων που στηρίζουν την κυβέρνηση του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν.
Λίγες ώρες αργότερα, την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, εργαζόμενοι του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, συνταξιούχοι, μαθητές και φοιτητές συμμετέχουν σε πανεθνικές κινητοποιήσεις, διεκδικώντας αυξήσεις αποδοχών και αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική.
Η σύμπτωση των δύο εξελίξεων αποτυπώνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η γαλλική κυβέρνηση στην προσπάθειά της να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής παραμένει έντονη.
Κοινοβουλευτική ήττα χωρίς προηγούμενο: 458 κατά, κανένας υπέρ
Η ψηφοφορία της Τετάρτης αφορούσε το πρώτο μέρος του σχεδίου προϋπολογισμού, δηλαδή τις διατάξεις για τα κρατικά έσοδα και τη φορολογία.
Το αποτέλεσμα, με 458 αρνητικές ψήφους και καμία θετική, ανέδειξε το βάθος των διαφωνιών μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, αλλά και τις δυσκολίες συνεννόησης στο εσωτερικό των πολιτικών δυνάμεων που στηρίζουν τον Εμανουέλ Μακρόν.
Κατά τη διάρκεια περίπου δέκα ημερών κοινοβουλευτικών συζητήσεων, οι βουλευτές προχώρησαν σε εκτεταμένες αλλαγές του αρχικού κυβερνητικού σχεδίου.
Αφαιρέθηκαν μέτρα περιορισμού φορολογικών ελαφρύνσεων για συνταξιούχους και οργανισμούς, ενώ απαλείφθηκαν και προβλέψεις για αυξημένη φορολόγηση μεγάλων επιχειρήσεων.
Οι κυβερνητικοί βουλευτές υποστήριξαν ότι οι τροποποιήσεις αλλοίωσαν ουσιαστικά τη συνοχή του προϋπολογισμού, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης επέκριναν τις αρχικές επιλογές της κυβέρνησης.
Η απόρριψη δεν συνιστά ψήφο δυσπιστίας ούτε συνεπάγεται αυτομάτως πτώση της κυβέρνησης. Αποτελεί, ωστόσο, σοβαρή πολιτική και νομοθετική εμπλοκή, καθώς η Γαλλία καλείται να αποκτήσει προϋπολογισμό για το επόμενο έτος χωρίς να υπάρχει σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Στη Γερουσία ο προϋπολογισμός – Ο Δεκέμβριος γίνεται κρίσιμος μήνας
Μετά την αρνητική ψηφοφορία, το σχέδιο προϋπολογισμού αναμένεται να εξεταστεί από τη Γερουσία στην αρχική κυβερνητική του εκδοχή.
Η σχετική διαδικασία έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει στις 20 Νοεμβρίου, ενώ στη συνέχεια θα απαιτηθεί νέα προσπάθεια συμβιβασμού μεταξύ των δύο νομοθετικών σωμάτων.
Το γραφείο του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνού τοποθετεί τον πιθανό συμβιβασμό μέσα στον Δεκέμβριο.
Η κυβέρνηση βρίσκεται, πάντως, υπό αυξανόμενη πίεση χρόνου. Στη γαλλική πολιτική συζήτηση έχει ήδη τεθεί το ενδεχόμενο αξιοποίησης συνταγματικών διαδικασιών που θα επέτρεπαν την εφαρμογή δημοσιονομικών μέτρων χωρίς την ολοκλήρωση της συνήθους κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο πολιτικό ζήτημα, καθώς η προσφυγή σε τέτοιες δυνατότητες θα μπορούσε να προκαλέσει νέες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση.
Το δημοσιονομικό πρόβλημα των 43 δισ. ευρώ
Στην καρδιά της κρίσης βρίσκεται η κατάσταση των γαλλικών δημόσιων οικονομικών.
Το κυβερνητικό σχέδιο προϋπολογισμού επιδίωκε να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ το 2027, από περίπου 5,4% το 2026.
Για να επιτευχθεί ο στόχος, η αρχική πρόταση περιλάμβανε δημοσιονομικές παρεμβάσεις ύψους 43 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ωστόσο, οι αλλαγές που επέφερε η Εθνοσυνέλευση, σε συνδυασμό με την επιδείνωση των οικονομικών προοπτικών, έχουν δυσκολέψει την επίτευξη του στόχου.
Η γαλλική οικονομία κατέγραψε υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 0,1% το τρίτο τρίμηνο, ενισχύοντας τους προβληματισμούς για την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Ο υπουργός Προϋπολογισμού Νταβίντ Αμιέλ έχει προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να απαιτούνται ακόμη μεγαλύτερες δημοσιονομικές παρεμβάσεις από εκείνες που προβλέπονταν αρχικά.
Την ίδια στιγμή, το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει αυξηθεί, καθώς οι αγορές παρακολουθούν τη δυσκολία περιορισμού του ελλείμματος και τη συνεχιζόμενη πολιτική αστάθεια.
Πανεθνική απεργία για μισθούς και ακρίβεια
Ενώ η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται από την Εθνοσυνέλευση στη Γερουσία, τα συνδικάτα επιχειρούν να αυξήσουν την κοινωνική πίεση προς την κυβέρνηση.
Η πανεθνική απεργία της 5ης Νοεμβρίου συγκεντρώνει εργατικές οργανώσεις, δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και εκπροσώπους της νεολαίας.
Κεντρικές διεκδικήσεις είναι η αύξηση των μισθών, η ενίσχυση του κατώτατου μισθού, η αναπροσαρμογή των συντάξεων και η προστασία των κοινωνικών παροχών.

Τα συνδικάτα κατηγορούν την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να περιορίσει το έλλειμμα μεταφέροντας σημαντικό μέρος της επιβάρυνσης σε εργαζομένους και ευάλωτα κοινωνικά στρώματα.
Ιδιαίτερες αντιδράσεις προκαλούν οι προβλέψεις για το πάγωμα κοινωνικών παροχών και η στασιμότητα της μισθολογικής μονάδας που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων.
Η γενική γραμματέας της CGT, Σοφί Μπινέ, έχει ζητήσει αυξήσεις μισθών σε όλους τους κλάδους και ουσιαστική αναθεώρηση του κυβερνητικού σχεδίου προϋπολογισμού.
Σχολεία, πανεπιστήμια και σιδηρόδρομοι στις κινητοποιήσεις
Η απεργία δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς εργασιακούς κλάδους.
Στον χώρο της Εκπαίδευσης, η συνδικαλιστική οργάνωση Snes-FSU διεκδικεί μεγαλύτερη χρηματοδότηση για το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και αλλαγές στις μεταρρυθμίσεις του Λυκείου που είχαν προωθηθεί από το 2018.
Μαθητικές οργανώσεις έχουν ανακοινώσει αποκλεισμούς σχολικών μονάδων και συμμετοχή στις διαδηλώσεις, ενώ κινητοποιούνται και φοιτητικοί φορείς.
Στον τομέα των μεταφορών, συνδικάτα της κρατικής σιδηροδρομικής εταιρείας SNCF συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις, θέτοντας ζητήματα αμοιβών και εργασιακών συνθηκών.
Στο ευρύτερο κύμα κοινωνικής διαμαρτυρίας εντάσσεται και η παρουσία των «Κίτρινων Γιλέκων», του κινήματος που είχε προκαλέσει μεγάλες αναταράξεις στη Γαλλία από το 2018, με αρχική αφορμή το κόστος των καυσίμων και στη συνέχεια ευρύτερες οικονομικές διεκδικήσεις.
Στο τραπέζι έκτακτη αύξηση του κατώτατου μισθού
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η γαλλική κυβέρνηση δεν αποκλείει το ενδεχόμενο πρόσθετων μισθολογικών παρεμβάσεων.
Ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ζαν-Πιερ Φαραντού έχει δηλώσει ότι μια έκτακτη αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αποτελεί απαγορευμένο θέμα συζήτησης.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση θα αφορούσε σχεδόν δύο εκατομμύρια εργαζομένους, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί οριστική απόφαση.
Τα συνδικάτα επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τις κινητοποιήσεις για να εξασφαλίσουν συγκεκριμένες κυβερνητικές δεσμεύσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητούν την άμεση έναρξη μισθολογικών διαπραγματεύσεων, τη διασφάλιση ίσων αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών και την αύξηση των κοινωνικών επιδομάτων.
Η διαμάχη για τη φορολόγηση του πλούτου και τις επιχειρηματικές ενισχύσεις
Πέρα από τους μισθούς και τις συντάξεις, οι εργατικές οργανώσεις θέτουν και ζήτημα διαφορετικής κατανομής των φορολογικών βαρών.
Διεκδικούν μεγαλύτερη φορολόγηση της μεγάλης περιουσίας, των κληρονομιών και των μερισμάτων, ενώ ζητούν επανεξέταση των κρατικών ενισχύσεων προς τις επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο ποσό των 211 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με υπολογισμούς εξεταστικής επιτροπής της γαλλικής Γερουσίας, αντιστοιχούσε στις ενισχύσεις προς επιχειρήσεις το 2023.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ζητούν αυστηρότερους όρους χορήγησης, αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους και ανακατανομή πόρων προς τις δημόσιες υπηρεσίες.
Παράλληλα, συνδέουν τις διεκδικήσεις τους με την ανάγκη μεγαλύτερων επενδύσεων στην Εκπαίδευση, στην κοινωνική φροντίδα, στη βιομηχανική παραγωγή και στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Το δύσκολο τέλος της προεδρίας Μακρόν
Οι εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη πολιτική σημασία καθώς η Γαλλία πλησιάζει στις προεδρικές εκλογές του 2027, οι οποίες θα σηματοδοτήσουν το τέλος της δεύτερης προεδρικής θητείας του Εμανουέλ Μακρόν.
Η πολιτική αστάθεια που ακολούθησε τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης το 2024 εξακολουθεί να επηρεάζει τη δυνατότητα σχηματισμού σταθερών κοινοβουλευτικών συμμαχιών.
Η κυβέρνηση Λεκορνού καλείται να εξασφαλίσει την έγκριση ενός ιδιαίτερα απαιτητικού προϋπολογισμού, χωρίς να διαθέτει ασφαλή πλειοψηφία και με τις κοινωνικές αντιδράσεις να εντείνονται.
Από την άλλη πλευρά, τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαφωνούν μεταξύ τους για το δημοσιονομικό μείγμα, γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη διαμόρφωση μιας κοινά αποδεκτής λύσης.
Το αποτέλεσμα της Τετάρτης δείχνει ότι η απόρριψη των κυβερνητικών επιλογών δεν συνοδεύεται απαραίτητα από συμφωνία για μια εναλλακτική οικονομική πολιτική.
Έτσι, η Γαλλία εισέρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο, με τρία αλληλένδετα προβλήματα: την ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής, την απουσία σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και την αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Το ερώτημα των επόμενων εβδομάδων είναι εάν η κυβέρνηση θα καταφέρει να διαμορφώσει τον απαραίτητο πολιτικό συμβιβασμό ή εάν η ψήφιση του προϋπολογισμού θα εξελιχθεί σε νέα θεσμική αντιπαράθεση.
Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα των 458 αρνητικών ψήφων στην Εθνοσυνέλευση και των σημερινών απεργιακών κινητοποιήσεων αποτυπώνει το μέγεθος της πίεσης που δέχεται η γαλλική πολιτική ηγεσία, σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομικές προκλήσεις απαιτούν αποφάσεις και οι πολιτικοί συσχετισμοί καθιστούν την επίτευξη συμφωνιών ολοένα δυσκολότερη.

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο`
