Latest News

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Δίκη Τεμπών: Συγκλονιστικές οι καταθέσεις επιζώντων – «Άκουγα φωνές για βοήθεια μέσα από τις φλόγες»


Με τις καταθέσεις επιζώντων και συγγενών θυμάτων συνεχίστηκε τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, στη Λάρισα, η δίκη για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών.

Κατά την 42η συνεδρίαση, δύο τραυματίες επιβάτες περιέγραψαν όσα έζησαν τη νύχτα της σύγκρουσης: το βίαιο χτύπημα, το σκοτάδι, τη φωτιά, τον καπνό και την αγωνιώδη προσπάθειά τους να απομακρυνθούν από τα διαλυμένα βαγόνια. Στο δικαστήριο κατέθεσε επίσης ο γιος εργαζομένου στο κυλικείο της επιβατικής αμαξοστοιχίας, ο οποίος έχασε τη ζωή του.

Στη δικαστική αίθουσα βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι Παύλος Κουζής και Σπυρίδων Πατέρας. Παράλληλα, έγινε γνωστό ότι οι συγγενείς της Εριέττας Μόλχο θα καταθέσουν σε επόμενη συνεδρίαση.

Αριστείδης Καραντζούνης: «Έπεφτα και ξανασηκωνόμουν»

Πρώτος κατέθεσε ο Αριστείδης Καραντζούνης, ο οποίος ταξίδευε στο δεύτερο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας. Απέναντί του στο κουπέ κάθονταν, μεταξύ άλλων, ο κ. Ασλανίδης, η κ. Μπρέλα και ο Βάιος Βλάχος.

Ο μάρτυρας είχε επιβιβαστεί στην Αθήνα. Όπως είπε, οι επιβάτες είχαν ενημερωθεί για καθυστερήσεις και αντιμετώπιζαν την κατάσταση με χιούμορ, χωρίς να μπορούν να φανταστούν όσα θα ακολουθούσαν.

«Μάθαμε ότι η προηγούμενη αμαξοστοιχία είχε καθυστέρηση και κάναμε χιούμορ, το διασκεδάζαμε. Λέγαμε “θα φτάσουμε”. Τραγική ειρωνεία», ανέφερε.

Η αμαξοστοιχία σταμάτησε στο Παλαιοφάρσαλο, όπου παρέμεινε για αρκετή ώρα. Ο ίδιος τηλεφώνησε στη σύντροφό του για να την ενημερώσει ότι θα καθυστερούσε. Το τρένο έφτασε περίπου στις 23:00 στη Λάρισα, ενώ ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί με βεβαιότητα εάν μεσολάβησε κάποια άλλη στάση μετά την αναχώρησή του από την πόλη.

Τη στιγμή της σύγκρουσης παρακολουθούσε ταινία στο κινητό του.

«Γίνεται μια σύγκρουση, καταλαβαίνω ένα απότομο φρενάρισμα και πέφτω μπροστά. Θεώρησα πως θα συνεχίσουμε κανονικά. Έφυγα και βρέθηκα στην απέναντι θέση. Έβαλα το χέρι μου για να προστατευτώ. Ήταν μια σκηνή χάους. Χτυπούσα δεξιά και αριστερά», κατέθεσε.

Συνήλθε τραυματισμένος μέσα σε χωράφι

Ο Αριστείδης Καραντζούνης εκτίμησε ότι έχασε τις αισθήσεις του για λίγα λεπτά. Όταν συνήλθε, βρισκόταν πεσμένος σε χωράφι, στη δεξιά πλευρά των σιδηροδρομικών γραμμών, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς είχε συμβεί.

«Δυσκολευόμουν να αντιληφθώ τι έγινε. Σκέφτηκα πως κάτι πήγε πολύ στραβά. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Είχα σπασμένα πλευρά και θλάση στον πνεύμονα. Πήγαινα να πάρω ανάσα και πονούσα. Ανέπνεα και σταματούσα», περιέγραψε.

Στο σημείο υπήρχε καπνός, ενώ στη μνήμη του έχει μείνει έντονα η μυρωδιά καμένου μετάλλου. Όπως ανέφερε, χρειάστηκε να περάσουν ημέρες μέχρι να μάθει, ενώ νοσηλευόταν, ότι το τρένο στο οποίο επέβαινε είχε συγκρουστεί με άλλη αμαξοστοιχία.

«Πίσσα σκοτάδι και μάζες μετάλλων μέσα στη φωτιά»

Παρά τους σοβαρούς τραυματισμούς του, προσπάθησε να σηκωθεί και να απομακρυνθεί από τα συντρίμμια.

«Προσπαθούσα σιγά σιγά να σηκωθώ. Κατάλαβα ότι είχα τραύμα στο πόδι και, σέρνοντας, άρχισα να απομακρύνομαι. Ήταν το σκηνικό σαν πολεμική ταινία. Έπεφτα και ξανασηκωνόμουν μέχρι να καταφέρω να φτάσω σε δύο άτομα», είπε.

Όταν πλησίασε δύο ανθρώπους, τους ζήτησε να καλέσουν την Αστυνομία και το 112. Τότε κατάλαβε ότι είχε τραυματιστεί και στο κεφάλι.

«Ένιωσα το κεφάλι μου να καίει, έβαλα το χέρι μου και είδα ότι ήμουν γεμάτος αίματα. Πανικοβλήθηκα. Ζήτησα από κάποιους άλλους να με φωτίσουν για να δω τι έχω», κατέθεσε.

Κοιτάζοντας προς το σημείο της σύγκρουσης, είδε τις φλόγες να εξαπλώνονται ανάμεσα στα συντρίμμια.

«Κοίταξα πίσω και άρχισε να ξεπηδάει μια φωτιά. Άρχισε να εξαπλώνεται. Άκουγα “βοήθεια”. Ήταν πίσσα σκοτάδι, ήταν μάζες μετάλλων μέσα στη φωτιά», ανέφερε.

Ο μοναδικός του στόχος, όπως εξήγησε, ήταν να φτάσει σε κάποιον παράδρομο, να ζητήσει βοήθεια και να μεταφερθεί σε νοσοκομείο. Το κρύο ήταν τόσο έντονο, ώστε φοβήθηκε ότι δεν θα επιβίωνε.

Στη διαδρομή συνάντησε μια γυναίκα που μιλούσε στο τηλέφωνο και της ζήτησε κάτι για να ζεσταθεί. Εκείνη άνοιξε τη βαλίτσα της, έβγαλε ένα ρούχο που έμοιαζε με γούνα και τον σκέπασε.

Τον πέρασαν για νεκρό και τον σκέπασαν με μπουφάν

Σέρνοντας το τραυματισμένο σώμα του, ο επιβάτης έφτασε σε ένα ύψωμα και βρέθηκε μπροστά στην εμπορική αμαξοστοιχία. Προσπάθησε να ανέβει χρησιμοποιώντας τα χέρια του και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς μια ανηφόρα με δέντρα.

«Πέρασαν από δίπλα μου κάποιοι που νόμισαν ότι είμαι νεκρός και με σκέπασαν με ένα μπουφάν», κατέθεσε.

Λίγο αργότερα εντόπισε ένα άδειο αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Όταν κατέβασε το σκιάδιο και κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη, δεν αναγνώριζε τον εαυτό του.

«Κατέβασα το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και δεν μπορούσα να αναγνωρίσω το πρόσωπό μου. Ήταν σαν να ήταν ένας άλλος», είπε.

Τελικά έγινε αντιληπτός από διασώστη του ΕΚΑΒ, στον οποίο έκανε σήμα σηκώνοντας το χέρι του. Ζήτησε μια κουβέρτα επειδή εξακολουθούσε να κρυώνει και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο.

Από τη σύγκρουση είχε υποστεί τραύμα στο κεφάλι, θλάση στον πνεύμονα, κατάγματα στα πλευρά και μώλωπες. Διευκρίνισε ότι δεν είχε υποστεί εγκαύματα.

Κατά την εξέτασή του, η πρόεδρος του δικαστηρίου τού έδειξε φωτογραφία του βαγονιού από τη δικογραφία και του ζήτησε να υποδείξει τόσο τη θέση στην οποία καθόταν όσο και το σημείο στο οποίο βρέθηκε μετά τη σύγκρουση.

Αριστοφάνης Ξανθόπουλος: Η προσπάθεια να απεγκλωβίσει την Ιφιγένεια

Ακολούθησε η κατάθεση του Αριστοφάνη Ξανθόπουλου, ο οποίος επέβαινε στο τρίτο βαγόνι μαζί με την Ιφιγένεια Μίτσκα. Οι δύο τους ταξίδευαν από την Αθήνα με προορισμό το Πλατύ.

Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι στη διάρκεια της διαδρομής υπήρξαν καθυστερήσεις. Θυμόταν μια στάση περίπου δέκα λεπτών σε σκοτεινό σημείο, έξω από σταθμό, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει εάν αυτή είχε γίνει πριν ή μετά τη Λάρισα.

«Ήμασταν κάπου σκοτεινά. Δεν ήταν σε σταθμό. Ακούσαμε το μπαμ, κρατήθηκα από το μπράτσο που είχα μπροστά μου», κατέθεσε.

Μόλις το βαγόνι ακινητοποιήθηκε, άρχισε να ψάχνει την Ιφιγένεια. Την εντόπισε εγκλωβισμένη ανάμεσα στις λαμαρίνες.

«Έψαξα την Ιφιγένεια. Ήταν μισή εντός και μισή εκτός. Προσπάθησα να τη σηκώσω, ήταν εγκλωβισμένη σε κάποιες λαμαρίνες. Ζήτησα βοήθεια», περιέγραψε.

Με τη συνδρομή ενός ακόμη επιβάτη, του Μιχάλη, κατάφεραν να την απεγκλωβίσουν. Η εικόνα της, σύμφωνα με την κατάθεσή του, ήταν ιδιαίτερα σοβαρή.

«Είχα σοκαριστεί. Το κεφάλι της ήταν μέσα στα αίματα. Είχε σοβαρό τραύμα στο κεφάλι και στον αυχένα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν είναι στη ζωή», ανέφερε.

Οι δύο άνδρες προσπάθησαν να τη μετακινήσουν προσεκτικά, πατώντας στο πλάι των καθισμάτων, μέχρι να την τοποθετήσουν σε άλλο σημείο του βαγονιού.

«Υπήρχε φωτιά, καπνός και μια περίεργη μυρωδιά»

Ο Μιχάλης επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πατέρα του, ενώ ο Αριστοφάνης Ξανθόπουλος βγήκε από το βαγόνι αναζητώντας πυροσβέστες για να βοηθήσουν την Ιφιγένεια.

Όταν τον αντίκρισαν οι πυροσβέστες, διαπίστωσαν ότι και ο ίδιος έφερε σοβαρά τραύματα.

«Οι πυροσβέστες μού είπαν πως έχω εγκαύματα, είμαι βαριά τραυματισμένος και με πήραν για το νοσοκομείο», κατέθεσε.

Περιγράφοντας τις πρώτες στιγμές μετά τη σύγκρουση, στάθηκε ιδιαίτερα στη φωτιά, στον καπνό και στην ασυνήθιστη μυρωδιά που είχε ποτίσει ακόμη και τα ρούχα του.

«Στη σύγκρουση άκουσα το μπαμ, έσβησαν τα φώτα. Υπήρχε μια περίεργη μυρωδιά. Μύριζαν και τα ρούχα μου μετά. Υπήρχε φωτιά και καπνός», ανέφερε.

Η πρόεδρος του δικαστηρίου τού παρουσίασε φωτογραφία από τη δικογραφία και του ζήτησε να δείξει την πλευρά από την οποία κατάφερε να βγει από την αμαξοστοιχία.

Φιοράλντ Μπόζο: «Μύριζε καμένο σίδερο, μύριζε θάνατο»

Στη συνέχεια κατέθεσε ο Φιοράλντ Μπόζο, γιος του Παυλίνι Μπόζο, ο οποίος εργαζόταν στο κυλικείο της επιβατικής αμαξοστοιχίας και έχασε τη ζωή του στην τραγωδία.

Ο μάρτυρας ζει εδώ και χρόνια στην Ελβετία μαζί με τη σύζυγό του. Όπως περιέγραψε, πληροφορήθηκε τη σύγκρουση από τα ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια και κατάλαβε αμέσως ότι ο πατέρας του μπορεί να βρισκόταν στο τρένο.

«Εκείνη την ημέρα ξύπνησα να πάω στη δουλειά. Άκουσα στα ελληνικά κανάλια για μια μετωπική σύγκρουση στα Τέμπη. Αμέσως η ανάσα μου κόπηκε, γιατί ήξερα πως δούλευε ο πατέρας μου. Τον κάλεσα στο κινητό, δεν χτυπούσε καν. Το μυαλό μου πήγε στο χειρότερο», είπε.

Τηλεφώνησε αμέσως στη μητέρα του και τη ρώτησε αν ο πατέρας του είχε επιστρέψει στο σπίτι. Εκείνη αρχικά πίστευε ότι είχε γυρίσει, επειδή γνώριζε πως το δρομολόγιο είχε καθυστέρηση.

«Τη ρώτησα αν ο μπαμπάς έχει γυρίσει στο σπίτι. “Ναι”, μου είπε, “είχε μια καθυστέρηση, αλλά έχει γυρίσει”. Πήγε να δει στο κρεβάτι και ήταν κενό. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου», κατέθεσε.

Πήρε το πρώτο αεροπλάνο για τη Θεσσαλονίκη και από εκεί ταξίδεψε οδικώς προς τα Τέμπη. Η εικόνα που αντίκρισε στο σημείο, όπως είπε, παρέπεμπε σε πολεμικό τοπίο.

«Το σημείο ήταν σαν τόπος πολέμου. Βαγόνια αναποδογυρισμένα και καμένα, συντρίμμια παντού. Μύριζε καμένο σίδερο, μύριζε θάνατο», ανέφερε.

Η αγωνιώδης αναζήτηση και η ταυτοποίηση

Ο ίδιος και οι συγγενείς του προσπάθησαν να πλησιάσουν το σημείο της σύγκρουσης, χωρίς όμως να τους επιτραπεί η πρόσβαση. Όπως κατήγγειλε, η οικογένεια δεν είχε ουσιαστική ενημέρωση για την τύχη του Παυλίνι Μπόζο.

«Δεν μας ενημέρωσε κανένας. Το πρωί πήγαμε στον τόπο και φτάσαμε στο σημείο. Εκείνη την ώρα σήκωναν το κυλικείο. Δεν είχαμε καμία ενημέρωση. Ρωτήσαμε πού μπορούμε να μάθουμε για τον άνθρωπό μας», είπε.

Στη συνέχεια μετέβησαν στο νοσοκομείο, όπου συγγενείς θυμάτων και αγνοουμένων αναζητούσαν πληροφορίες για τους δικούς τους ανθρώπους.

«Πήγαμε στο νοσοκομείο. Είδαμε συγγενείς να ουρλιάζουν. Έψαχνα να δω τη λίστα, αλλά δεν ήταν πουθενά ο πατέρας μου. Μας μάζεψαν στο αμφιθέατρο. Μας είπαν πως από εδώ και πέρα θα υπάρχουν μόνο θύματα», κατέθεσε.

Ο αδελφός του έδωσε δείγμα DNA και η οικογένεια επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη περιμένοντας τα αποτελέσματα. Η σορός του πατέρα τους ταυτοποιήθηκε στις 4 Μαρτίου, ενώ η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαρτίου.

«Μας είπαν πως ήταν αρτιμελής αλλά απανθρακωμένος», ανέφερε.

Κατά την κατάθεσή του, έδειξε στο δικαστήριο φωτογραφία του πατέρα του και μίλησε για τον χαρακτήρα και τις αρχές του.

«Ήταν ένας άνθρωπος αξιοπρεπής, τίμιος. Δέχθηκα πολλά τηλέφωνα. Για εμένα ο πατέρας μου ήταν πρότυπο ανθρώπου για να μεγαλώσει δύο παιδιά», είπε.

«Το κυλικείο έγινε κάρβουνο»

Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η στιγμή κατά την οποία ο μάρτυρας παρουσίασε φωτογραφίες από το κυλικείο, το οποίο είχε καταστραφεί ολοσχερώς από τη φωτιά.

«Έγινε κάρβουνο», ανέφερε.

Ο Φιοράλντ Μπόζο εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο πατέρας του προσπάθησε να διαφύγει, αλλά έχασε τη ζωή του εξαιτίας της φωτιάς που ακολούθησε τη σύγκρουση.

«Ο πατέρας μου πάλεψε για να σωθεί. Κάηκε ζωντανός από την πυρόσφαιρα. Εδώ είναι το βαγόνι του κυλικείου, το οποίο καίγεται σαν λαμπάδα», υποστήριξε.

Αμφισβήτησε ακόμη την εκδοχή ότι η πυρόσφαιρα προκλήθηκε από έλαια σιλικόνης, θέτοντας ερωτήματα για τα αίτια της φωτιάς και τις συνθήκες θανάτου του πατέρα του.

«Το πόρισμα λέει πως είναι τα έλαια σιλικόνης. Αλλά εγώ δεν μπορώ να δεχθώ πως η πυρόσφαιρα ήταν από τα έλαια σιλικόνης. Ακόμη και σήμερα, γιατί λειτουργούν ακόμη τα τρένα από τη στιγμή που αυτή η πυρόσφαιρα έγινε από τα έλαια σιλικόνης;», διερωτήθηκε.

Οι ενστάσεις για τις εξετάσεις και την ταρίχευση

Ο μάρτυρας εξέφρασε επίσης έντονη δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι, όπως κατήγγειλε, δεν πραγματοποιήθηκαν τοξικολογικές εξετάσεις στη σορό του πατέρα του.

«Μας έδωσαν χαρτί που έλεγε καθολική απανθράκωση. Γιατί δεν έγιναν τοξικολογικές εξετάσεις για να ξέρω από τι πέθανε ο πατέρας μου; Για την ταρίχευση δεν μας ρώτησε κανένας. Ποιος πήρε τέτοια απόφαση;», είπε στο δικαστήριο.

Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του παρουσίασε ακόμη υπηρεσιακά έγγραφα, τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, καταγράφουν προβλήματα στη λειτουργία του ΟΣΕ, όπως ελλείψεις σε προσωπικό και συστήματα ασφαλείας.

«Θα έχουμε ξανά Τέμπη αν δεν ληφθεί σωστή απόφαση»

Ο Φιοράλντ Μπόζο άσκησε σφοδρή κριτική σε όσους θεωρεί υπεύθυνους για την τραγωδία, υποστηρίζοντας ότι αγνόησαν τα σοβαρά προβλήματα του σιδηροδρομικού δικτύου.

«Αυτοί οι κύριοι δεν έκαναν τίποτα, αδιαφόρησαν. Ο όρος πλημμέλημα δεν στέκει εδώ. Με 57 νεκρούς μιλάμε για κακούργημα», ανέφερε.

Ζήτησε την απόδοση των ευθυνών που αναλογούν σε κάθε εμπλεκόμενο, επισημαίνοντας ότι η δικαστική απόφαση θα πρέπει να λειτουργήσει και αποτρεπτικά για το μέλλον.

«Ζητάμε τη δικαίωση. Να πάρει αυτό που αναλογεί στον καθένα και για παραδειγματισμό. Θα έχουμε ξανά Τέμπη αν δεν παρθεί μια σωστή απόφαση», προειδοποίησε.

Κλείνοντας την κατάθεσή του, μίλησε για την εμπιστοσύνη που είχε μέχρι τη νύχτα της τραγωδίας στην ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών:

«Πίστευα πως ο πατέρας μου δούλευε στο πιο ασφαλές μέσο της Ευρώπης και μετά την πατήσαμε», ανέφερε, αποτυπώνοντας την οδύνη και την αγανάκτησή του για την απώλεια του πατέρα του.

Google News

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο`