Η εικόνα έξω από τις φυλακές Δομοκού, το μεσημέρι της 15ης Σεπτεμβρίου, θα μπορούσε εύκολα να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη πολιτική συγκέντρωση. Ελληνικές σημαίες, χειροκροτήματα, υποστηρικτές, συνθήματα και ένας άνθρωπος που μόλις είχε περάσει την πύλη της φυλακής και μιλούσε για την επιστροφή του «στην πρώτη γραμμή των... εθνικών αγώνων».
Μόνο που στην περίπτωση του Ηλία Κασιδιάρη η εικόνα δεν είναι ποτέ απλώς εικόνα. Ο καταδικασμένος για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή» έχοντας εκτίσει την ποινή του αποφυλακίστηκε και διάλεξε να εμφανιστεί μπροστά στους λιγοστούς οπαδούς που βρέθηκαν εκεί να τον περιμένουν με ένα καθόλου τυχαίο μαύρο και κίτρινο Fred Perry μπλουζάκι.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Proud Boys συνδέθηκαν τόσο έντονα με ένα συγκεκριμένο μαύρο Fred Perry πόλο με διπλή κίτρινη ρίγα, ώστε η ίδια η εταιρεία ανέστειλε το 2020 τις πωλήσεις του συγκεκριμένου σχεδίου σε ΗΠΑ και Καναδά. Η Fred Perry δήλωσε ότι η σύνδεση του ρούχου με την οργάνωση είχε αποκτήσει ένα «νέο και πολύ διαφορετικό νόημα» και ότι προσπαθούσε να τερματίσει αυτή τη σύνδεση.

Όταν το πολιτικό μήνυμα γίνεται προϊόν
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της υπόθεσης.
Η Ακροδεξιά χρειάζεται κοινότητα. Και η κοινότητα χρειάζεται σύμβολα αναγνώρισης.
Ένα μπλουζάκι είναι φθηνότερο από μια πολιτική εφημερίδα, ευκολότερο από ένα βιβλίο και πολύ πιο άμεσο από ένα κομματικό πρόγραμμα. Φοριέται στον δρόμο. Φωτογραφίζεται. Αναγνωρίζεται.
Και μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι ο κάτοχός του ανήκει κάπου.
Ακριβώς γι’ αυτό η ενδυματολογική διάσταση της Ακροδεξιάς δεν είναι μια περιθωριακή ιστορία μόδας. Είναι κομμάτι της πολιτικής επικοινωνίας.
Η ίδια λογική εμφανίζεται σε ολόκληρη την Ευρώπη: εταιρείες που έγιναν άθελά τους σύμβολα ακροδεξιών ομάδων, άλλες που επιχείρησαν να αποστασιοποιηθούν, και άλλες που δημιουργήθηκαν εξαρχής για να απευθυνθούν σε ένα συγκεκριμένο ακροδεξιό κοινό.
Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, η διαδικασία πήρε ελληνική μορφή. Το εθνικιστικό μήνυμα μπορούσε να τυπωθεί σε ένα μπλουζάκι, να γίνει φωτογραφία και να μετατραπεί σε κομμάτι της καθημερινής εικόνας του «συναγωνιστή».
Η πολιτική γινόταν merchandise.

Η κανονικοποίηση
Το ενδιαφέρον είναι ότι η σύγχρονη Ακροδεξιά δεν χρειάζεται πάντοτε τα ίδια ρούχα.
Ούτε τα ίδια λόγια.
Ούτε καν τα ίδια σύμβολα.
Σε διεθνές επίπεδο, τμήματα της Ακροδεξιάς προσπάθησαν τα τελευταία χρόνια να απομακρυνθούν από την εικόνα του περιθωριακού skinhead και να υιοθετήσουν μια εμφάνιση που να μπορεί να σταθεί σε μια τηλεοπτική συζήτηση, σε μια πολιτική εκδήλωση ή σε μια προεκλογική φωτογραφία.
Το ζητούμενο είναι η μετάβαση από το «φαίνομαι επικίνδυνος» στο «μοιάζω με όλους τους άλλους».
Και αυτή η αλλαγή έχει πολιτική σημασία.
Γιατί όταν ένα κόμμα ή ένας πολιτικός φορέας θέλει να διευρύνει το ακροατήριό του, δεν μπορεί να απευθύνεται μόνο σε εκείνους που ήδη αναγνωρίζουν τα σύμβολα. Χρειάζεται να κάνει την πολιτική του ταυτότητα πιο εύπεπτη.
Να αλλάξει το λεξιλόγιο.
Να αλλάξει το styling.
Να κρατήσει όμως, όσο γίνεται, τον πυρήνα της πολιτικής του ταυτότητας.
Η εικόνα του Κασιδιάρη έξω από τον Δομοκό έχει ενδιαφέρον ακριβώς σε αυτό το σημείο.
Ο ίδιος δεν εμφανίστηκε απλώς για να ανακοινώσει ότι ολοκλήρωσε την ποινή του. Δήλωσε ότι επιστρέφει στην «πρώτη γραμμή των εθνικών αγώνων», μίλησε για ένα «νέο ισχυρό εθνικό κόμμα» και επικαλέστηκε τον «κυρίαρχο ελληνικό λαό».
Η γλώσσα είναι προσεκτικά πολιτική. Δεν χρειάζεται να επαναλάβει τα παλιά συνθήματα της Χρυσής Αυγής για να διεκδικήσει χώρο στο νέο πολιτικό τοπίο.

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο
