Νέα στοιχεία για τις τελευταίες ημέρες της Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος και τη συμπεριφορά του άνδρα που κατηγορείται για τη δολοφονία της περιλαμβάνονται στην κατάθεση της συζύγου του.
Η γυναίκα κατέθεσε στις Αρχές στις 31 Ιουλίου, περιγράφοντας τις επαφές της οικογένειάς της με τη 38χρονη Βρετανίδα εθελόντρια, αλλά και περιστατικά τα οποία αρχικά δεν της προκάλεσαν υποψίες. Όταν, όμως, πληροφορήθηκε την εξαφάνιση και στη συνέχεια την ταυτοποίηση της σορού, άρχισε να συνδέει τις ημερομηνίες, τα μηνύματα και τις κινήσεις του συζύγου της.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις νεότερες δημοσιογραφικές πληροφορίες, ο κατηγορούμενος είναι 26 ετών και όχι 28. Ο ίδιος αρνείται ότι σκότωσε την Ελίζαμπεθ Ρος, παρότι φέρεται να έχει παραδεχθεί ότι μετέφερε τη σορό και χρησιμοποίησε τις τραπεζικές κάρτες της. Η ακριβής αιτία θανάτου παραμένει υπό διερεύνηση, Reuters
Η γνωριμία μέσω εθελοντισμού και εκκλησιαστικών δράσεων
Η μάρτυρας ανέφερε ότι γνώρισε τη Λίσα, όπως αποκαλούσαν την Ελίζαμπεθ Ρος, τον Φεβρουάριο του 2026. Οι δύο γυναίκες ήρθαν σε επαφή μέσα από εθελοντικές δράσεις και συναντήσεις για τη μελέτη της Αγίας Γραφής.
Στην κατάθεσή της περιέγραψε τη Βρετανίδα ως ευχάριστη, γλυκιά και καλόβολη γυναίκα, η οποία πίστευε ότι βασική αποστολή της ζωής της ήταν να προσφέρει βοήθεια στους ανθρώπους.
Την τελευταία φορά που τη συνάντησε, στις 12 Ιουλίου, η 38χρονη της πρότεινε να κάνουν μαζί έναν περίπατο μετά την ολοκλήρωση εκκλησιαστικής συνάντησης. Η ίδια αρνήθηκε, επειδή είχε άλλο ραντεβού.
Τότε η Λίσα απευθύνθηκε στον σύζυγό της, ο οποίος δέχθηκε να τη συνοδεύσει. Αρχικά ξεκίνησαν και οι τρεις μαζί, όμως στη συνέχεια η μάρτυρας αποχώρησε και οι άλλοι δύο συνέχισαν μόνοι τους.
Η αναπάντητη κλήση της 15ης Ιουλίου
Στις 18 Ιουλίου, η σύζυγος του κατηγορουμένου έστειλε μήνυμα στη Βρετανίδα, προτείνοντάς της να συμμετάσχει σε διανομή τροφίμων στη Μαλακάσα. Δεν έλαβε ποτέ απάντηση.
Όταν ρώτησε τον άνδρα της εάν γνώριζε κάτι, εκείνος φέρεται να της είπε ότι η τελευταία επικοινωνία τους είχε γίνει στις 15 Ιουλίου. Σύμφωνα με όσα της μετέφερε, η Λίσα τού είχε ζητήσει να τη συνοδεύσει για να παραδώσουν μία Βίβλο, αλλά εκείνος τελικά δεν πήγε.
Η γυναίκα κατέθεσε ότι είδε στο κινητό του μία αναπάντητη κλήση από τη Λίσα και ένα μήνυμα στο οποίο εκείνη τον ευχαριστούσε για την πρόθεσή του να τη συνοδεύσει.
«Είδα την τοποθεσία του μέσα στο διαμέρισμα»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την έρευνα παρουσιάζουν όσα, σύμφωνα με τη μάρτυρα, συνέβησαν τη νύχτα της 15ης προς τη 16η Ιουλίου.
Όπως ανέφερε, ξύπνησε περίπου τα μεσάνυχτα και αντιλήφθηκε ότι ο σύζυγός της δεν βρισκόταν στο σπίτι. Μέσω της εφαρμογής εντοπισμού του κινητού του διαπίστωσε ότι η συσκευή του εμφανιζόταν στο διαμέρισμα της οδού Ρεθύμνου.
Η παρουσία του εκεί, τέτοια ώρα, της προκάλεσε απορίες. Όταν επικοινώνησε μαζί του, εκείνος φέρεται να της απάντησε ότι έβλεπε ποδοσφαιρικό αγώνα σε καφέ στην πλατεία Βικτωρίας και είχε μεταβεί στο διαμέρισμα μόνο για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα.
Το αιφνιδιαστικό ταξίδι στην Αράχωβα
Δύο ημέρες αργότερα, στις 18 Ιουλίου, το ζευγάρι αποφάσισε να εγκαταλείψει ξαφνικά την Αθήνα. Η γυναίκα ανέφερε ότι ο σύζυγός της εμφανίστηκε ιδιαίτερα αναστατωμένος, λέγοντάς της ότι είχε πληροφορηθεί τον θάνατο συγγενικού του προσώπου στην Ινδία. Της ζήτησε να ταξιδέψουν στην Αράχωβα, επειδή ήθελε να ηρεμήσει.
Η ίδια δέχθηκε, καθώς, όπως είπε, τον είδε σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και δεν θέλησε να αρνηθεί την επιθυμία του.
«Σκέφτηκα ότι η γυναίκα στη βαλίτσα ήταν η Λίσα»
Η καθοριστική στιγμή ήρθε τα ξημερώματα της 29ης Ιουλίου. Η μάρτυρας γνώριζε ήδη ότι η 38χρονη αγνοούνταν και, όπως κατέθεσε, ξύπνησε ξαφνικά περίπου στις 3:00, κάνοντας μια τρομακτική σκέψη.
Θυμήθηκε τη σορό γυναίκας που είχε βρεθεί μέσα σε βαλίτσα, σε σημείο κοντά στην κατοικία τους, και φοβήθηκε ότι επρόκειτο για τη Λίσα.
Το ίδιο πρωί έστειλε μήνυμα στο κινητό της αγνοούμενης, ρωτώντας εάν ήταν καλά. Λίγο αργότερα έλαβε δύο απαντήσεις, οι οποίες, αντί να την καθησυχάσουν, ενίσχυσαν την ανησυχία της.
Τα μηνύματα που της φάνηκαν ξένα
Όπως εξήγησε στους αστυνομικούς, τα μηνύματα δεν θύμιζαν τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσε η Βρετανίδα. Τόσο το επίπεδο των αγγλικών όσο και η χρήση emoji τής προκάλεσαν εντύπωση, καθώς, σύμφωνα με την ίδια, η Λίσα δεν συνήθιζε να γράφει με αυτόν τον τρόπο.
Η γυναίκα προσπάθησε στη συνέχεια να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί της, χωρίς να λάβει απάντηση.
«Όλα τα παραπάνω με έκαναν να νιώθω περίεργα. Ειδικά συνδυάζοντας ημερομηνίες, μηνύματα και τη συμπεριφορά του άνδρα μου, κάνω διάφορες σκέψεις που με κάνουν να νιώθω άβολα», κατέθεσε.
Οι απειλές με φωτογραφίες του μωρού
Μετά την ταυτοποίηση της σορού ως εκείνης της Ελίζαμπεθ Ρος, η ανησυχία της μάρτυρος μετατράπηκε σε φόβο. Όπως ανέφερε, η ίδια και ο σύζυγός της εγκατέλειψαν την κατοικία τους και άρχισαν να διανυκτερεύουν σε διαφορετικά σημεία.
Παράλληλα, κατήγγειλε ότι δεχόταν απειλητικά μηνύματα, στα οποία περιλαμβάνονταν φωτογραφίες της ίδιας και του βρέφους της, καθώς και απειλές εναντίον της οικογένειάς της.
Οι αστυνομικοί που χειρίζονται την υπόθεση εξετάζουν το ενδεχόμενο τα συγκεκριμένα μηνύματα να είχαν αποσταλεί από τον ίδιο τον σύζυγό της, με στόχο να απομακρύνει τις υποψίες από το πρόσωπό του. Πρόκειται, πάντως, για εκτίμηση των ερευνητών που αποτελεί μέρος της συνεχιζόμενης προανακριτικής διαδικασίας.

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο
