Νέα στοιχεία έρχονται στο φως της δημοσιότητας γύρω από τη δολοφονία της 41χρονης διασώστριας στη Σύρο.
Οι γονείς της Ευαγγελίας παραμένουν συντετριμμένοι ενώ θεωρούν βέβαιο ότι ο θάνατος του παιδιού τους δεν ήταν από άμυνα αλλά μία προμελετημένη ενέργεια. Σύμφωνα με όσα είπαν, δεν μπορεί η κόρη τους να έκανε τέτοια πράξη που να προκάλεσε τον κατηγορούμενο και να τη σκότωσε.
Τα τελευταία λόγια της 41χρονης πριν φύγει από το σπίτι
Ένα από τα βασικά ερωτήματα της έρευνας είναι τι ακριβώς οδήγησε την Ευαγγελία στο σπίτι του κατηγορούμενου εκείνο το απόγευμα.
Οι γονείς της θυμούνται τα τελευταία λόγια που τους είπε προτού φύγει:
«Πάω σε μια δουλειά. Δεν θ’ αργήσω. Δεν ήταν έτσι τρομαγμένη ούτε κάτι τέτοιο. Δεν την είδα έτσι να πάει να κάνει κάτι κακό».
Στενοί συγγενείς της 41χρονης υποστηρίζουν τις τελευταίες ημέρες ότι η Ευαγγελία είχε πληροφορηθεί πως ο κατηγορούμενος είχε «πειράξει» άτομο από το στενό περιβάλλον της και ότι ενδεχομένως πήγε στο σπίτι του για να ζητήσει εξηγήσεις.
Πρόκειται για έναν ισχυρισμό της οικογένειας που βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, καθώς επιχειρείται να εξακριβωθεί τι ακριβώς είχε προηγηθεί της μοιραίας συνάντησης.
Ο πατέρας της Ευαγγελίας, μιλώντας τη Δευτέρα (31/08) στο «Live News», απέρριψε τον ισχυρισμό περί άμυνας και υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος καταδίωξε την κόρη του με σκοπό να της «κλείσει το στόμα».
«Δεν μπορεί να ήταν άμυνα, ήθελε να την σκοτώσει. Ίσως είναι αυτό που λέμε, ότι ίσως να πείραξε κάποιο παιδί. Γιατί η εγγόνα μου, είναι που έκανε παρέα με τις κόρες του, και τελευταία είχε αρχίσει το παιδί να λέει ότι τον φοβόταν».
Από την άλλη πλευρά, η νονά του κατηγορούμενου παρουσιάζει μία εντελώς διαφορετική εικόνα. Μιλώντας στην ίδια εκπομπή, υποστήριξε ότι ο 41χρονος προκλήθηκε και αντέδρασε, ενώ τον περιέγραψε ως έναν άνθρωπο που μέχρι τότε δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα.
«Ήταν το καλύτερο παιδί εδώ της γειτονιάς. Οικογενειάρχης και στη δουλειά του. Ήταν εργολάβος. Όλοι τον ζητούσαν γιατί ήταν από τους καλύτερους εργολάβους».
Η ίδια δηλώνει ότι δυσκολεύεται να πιστέψει πως ο βαφτισιμιός της θα μπορούσε να φτάσει σκόπιμα στη δολοφονία μιας γυναίκας.
«Εγώ έπεσα από τα σύννεφα γιατί θεωρώ ότι είναι άδικο για τον… αυτό το πράγμα. Είναι άδικο να πάει τώρα κάποιος στο σπίτι του και να τον φέρει σε αυτή την κατάσταση».
Η διάρρηξη που είχε προηγηθεί
Η νονά του κατηγορούμενου αναφέρεται και σε διάρρηξη που, σύμφωνα με την ίδια, είχε σημειωθεί στο σπίτι του λίγες ημέρες πριν από το έγκλημα.
Υποστηρίζει ότι το προηγούμενο περιστατικό είχε δημιουργήσει φόβο στον 41χρονο και θεωρεί ότι αυτό εξηγεί την αντίδρασή του όταν αντιλήφθηκε νέα παρουσία στο σπίτι.
«Ξαφνιάστηκε το παιδί. Δεύτερη φορά μέσα σε δέκα μέρες. Ποιος, ποιος δε θα αντιδρούσε μέρα μεσημέρι; Ποιος δε θα αντιδρούσε;».
Το κρίσιμο ερώτημα που καλούνται πλέον να απαντήσουν οι Αρχές είναι εάν ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι βρισκόταν αντιμέτωπος με απόπειρα ληστείας ή εάν γνώριζε εξαρχής ποια ήταν η 41χρονη και τι την είχε οδηγήσει στο σπίτι του.
Θύμα και κατηγορούμενος γνωρίζονταν
Οι καταθέσεις που έχουν δοθεί στις Αρχές δείχνουν ότι η Ευαγγελία και ο κατηγορούμενος δεν ήταν άγνωστοι μεταξύ τους.
Οι οικογένειές τους συνδέονταν μέσω κοινών προσώπων, ενώ τα παιδιά τους φαίνεται πως διατηρούσαν στενές σχέσεις και έκαναν παρέα.
Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του πρώην συζύγου της 41χρονης, ο οποίος ανέφερε:
«Χθες πραγματικά δεν ξέρω τι συνέβη και η Βάγγη έφτασε σε αυτό το σημείο να πάει σε ένα ξένο σπίτι με μαχαίρι και να καταλήξει να την σκοτώσουν. Μάλιστα τον άνθρωπο αυτόν τον γνώριζε γιατί τα παιδιά μας και ειδικά οι κόρες μας κάνουν πολλή παρέα. Είναι σαν ξαδέρφες, γιατί ο πρώτος ξάδερφος της πρώην γυναίκας μου έχει παντρευτεί την πρώην γυναίκα του Αντώνη. Πάντως επειδή με ρωτάτε, η Βάγγη δεν έκανε ναρκωτικά και ήταν πάντα αντίθετη σε αυτά. Όσον αφορά τον αν είχε οικονομικά προβλήματα, δεν μπορώ να το ξέρω στα σίγουρα, αλλά και αυτό να ήταν θα έπρεπε να έρθει σε μένα να μου ζητήσει».
Από την πλευρά της, η πρώην σύζυγος του κατηγορούμενου κατέθεσε:
«Το θύμα είναι φίλη μου, αλλά είχαμε να μιλήσουμε καιρό. Εγώ προσπαθούσα να έρθω σε επικοινωνία μαζί της στις 24/07/2026 για να την ρωτήσω αν θα έρθει στη βάφτιση του παιδιού μου, αλλά δεν απαντούσε. Δεν γνώριζα ότι ήταν ήδη στο νησί. Ενημερώθηκα από μια φίλη για το συμβάν χωρίς να ξέρω ότι πρόκειται για την Ευαγγελία. Αργότερα, κάλεσα τον πατέρα της αλλά ούτε εκείνος γνώριζε τι έχει συμβεί, το μόνο που μου είπε είναι πως η Ευαγγελία βρισκόταν ήδη στο νησί. Δεν ξέρω αν έχει κάποιο οικονομικό πρόβλημα, δεν έχουμε κάνει ποτέ συζήτηση για οικονομικά θέματα, δεν γνωρίζω ούτε αν κάνει χρήση».
Σημαντικό κομμάτι της έρευνας αποτελούν και οι περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων για όσα συνέβησαν στις τελευταίες στιγμές της 41χρονης.
Σύμφωνα με όσα έχουν καταθέσει, η Ευαγγελία κατέβηκε τα σκαλιά και άρχισε να τρέχει στην προσπάθειά της να απομακρυνθεί, χωρίς όμως να καταφέρει να ξεφύγει.
Το μοιραίο χτύπημα που δέχθηκε στον θώρακα φέρεται να διαπέρασε τον πνεύμονά της, προκαλώντας ακατάσχετη αιμορραγία που οδήγησε στον θάνατό της.
Έναν και πλέον μήνα μετά τη δολοφονία, δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές εξακολουθούν να συγκρούονται. Από τη μία βρίσκονται οι γονείς και οι συγγενείς της Ευαγγελίας, οι οποίοι θεωρούν ότι ο 41χρονος γνώριζε ποια είχε απέναντί του και ήθελε να τη σκοτώσει. Από την άλλη, άνθρωποι από το περιβάλλον του κατηγορούμενου επιμένουν ότι φοβήθηκε και αντέδρασε θεωρώντας ότι απειλείται.

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο
