Με ιδιαίτερα φορτισμένο λόγο και έντονη συναισθηματική διάσταση, η Αλεξία Μπακογιάννη τοποθετήθηκε δημόσια για την υπόθεση της 17 Νοέμβρη και ειδικότερα για την αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, φέρνοντας στο προσκήνιο το διαρκές τραύμα που.. βιώνουν οι οικογένειες των θυμάτων.
Μιλώντας για την προσωπική και συλλογική εμπειρία των συγγενών, περιέγραψε μια κατάσταση διαρκούς ψυχολογικής πίεσης, όπου η καθημερινότητα εξακολουθεί να συνοδεύεται από ερωτήματα και διλήμματα. Όπως χαρακτηριστικά είπε: «Αν τον δω στον δρόμο ό,τι και να κάνω είναι λάθος. Αν δεν αντιδράσω δεν μπορώ να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Αν αντιδράσω είμαι απολύτως εν αδίκω. Ποια κοινωνία κάνει τα θύματα να είναι απόλυτα χαμένα;»
Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στη φύση της δολοφονίας του πατέρα της, Παύλου Μπακογιάννη, υποστηρίζοντας πως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα τυχαίο γεγονός ή ως μια «παράπλευρη απώλεια». Με ιδιαίτερα αιχμηρή διατύπωση, ανέφερε ότι ο Γιωτόπουλος «σαν σκοτεινός θεός αποφάσισε ότι θα πεθάνει κάποιος απλά για να δημοσιοποιήσει τις απόψεις του», θέλοντας να υπογραμμίσει, όπως είπε, τη συνειδητή και οργανωμένη φύση της πράξης.
Συνεχίζοντας, τόνισε ότι πίσω από τις ενέργειες της 17 Νοέμβρη υπήρχε μια συστηματική εγκληματική δράση, την οποία χαρακτήρισε «μαφιόζικη», σημειώνοντας πως τα μέλη της οργάνωσης δεν είχαν εργασιακή δραστηριότητα, αλλά χρηματοδοτούσαν τη ζωή τους μέσω ένοπλων ληστειών τραπεζών, τις οποίες οι ίδιοι περιέγραφαν ως «απαλλοτριώσεις». Παράλληλα, αναφέρθηκε στη δολοφονία του Χρήστου Μάτη, κάνοντας λόγο για μια πράξη ακραίας βίας που επιχειρήθηκε να αποκτήσει ιδεολογικό περίβλημα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ψυχολογικό αποτύπωμα που αφήνει στις οικογένειες των θυμάτων η πιθανότητα συνάντησης με καταδικασμένους τρομοκράτες στην καθημερινή ζωή. Όπως είπε, το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό αλλά απολύτως πρακτικό και οδυνηρό, καθώς τα θύματα καλούνται να διαχειριστούν καταστάσεις χωρίς καμία εύκολη απάντηση ή «σωστή επιλογή».
Παράλληλα, άσκησε κριτική και στη λειτουργία του σωφρονιστικού συστήματος, υποστηρίζοντας ότι η αποφυλάκιση προϋποθέτει μεταμέλεια και ουσιαστική επανένταξη. Όπως σημείωσε, στην περίπτωση των καταδικασμένων της 17 Νοέμβρη «μιλάμε για ανθρώπους που ουδέποτε μετάνιωσαν και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθούν να κηρύττουν το μίσος», θέτοντας ευθέως το ερώτημα για το αν και κατά πόσο υπηρετείται ο στόχος της δικαιοσύνης.
Οι δηλώσεις της επαναφέρουν στο δημόσιο διάλογο ένα από τα πιο βαριά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αναδεικνύοντας όχι μόνο τη νομική διάσταση των υποθέσεων, αλλά και το διαρκές, προσωπικό τραύμα που αφήνουν πίσω τους.
