Νέα διάσταση λαμβάνει η υπόθεση του φαρμακοποιού στο Χαλάνδρι, ο οποίος φέρεται να είχε στήσει ένα πλήρως οργανωμένο εργαστήριο παρασκευής και διακίνησης απαγορευμένων ουσιών ντόπινγκ και παράνομων χαπιών αδυνατίσματος, με... πελατολόγιο που εκτεινόταν σε περίπου 90 χώρες και παράνομα έσοδα που, σύμφωνα με τις Αρχές, ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο ευρώ.
Λίγες ημέρες μετά τη μεγάλη αστυνομική επιχείρηση που αποκάλυψε τη δράση του κυκλώματος και οδήγησε σε 14 συλλήψεις, ήρθε η τελευταία και ιδιαίτερα κρίσιμη εξέλιξη: η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες προχώρησε στην έκδοση διάταξης προσωρινής δέσμευσης κάθε μορφής περιουσιακού στοιχείου των εμπλεκομένων, κρίνοντας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για ξέπλυμα χρήματος από την παράνομη δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τη διάταξη, δεσμεύονται τραπεζικοί λογαριασμοί, επενδυτικά προϊόντα, θυρίδες, καθώς και περιουσιακά στοιχεία 15 φυσικών προσώπων και τριών εταιρικών σχημάτων που εμφανίζονται να συνδέονται με τη λειτουργία του κυκλώματος.
Ανάμεσά τους βρίσκονται δύο εταιρείες που σχετίζονται άμεσα με τον βασικό κατηγορούμενο και έχουν επιχειρηματικό αποτύπωμα στο Χαλάνδρι, όπου φέρεται να ήταν το επίκεντρο της δραστηριότητας. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε ύστερα από πολύμηνη έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, που χαρτογράφησαν τη δράση του δικτύου. Οι Αρχές εκτιμούν ότι ο φαρμακοποιός είχε μετατρέψει το φαρμακείο, την κατοικία του αλλά και εταιρεία συμπληρωμάτων σε κέντρα αποθήκευσης, επεξεργασίας και αποστολής σκευασμάτων.
Κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν πάνω από 40.800 τεμάχια φαρμακευτικών προϊόντων και ουσιών ντόπινγκ, 13 κιλά πρώτης ύλης, 47.320 ευρώ σε μετρητά, δεκάδες υλικά συσκευασίας, έτοιμα δέματα προς αποστολή, ηλεκτρονικές συσκευές και χειρόγραφες σημειώσεις που, σύμφωνα με τους ερευνητές, αποτυπώνουν το εύρος της παράνομης δραστηριότητας.
Η έρευνα αποκάλυψε πως μέσω του κυκλώματος είχαν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 15.000 αποστολές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, σε αγορές της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής. Τα προϊόντα διακινούνταν κυρίως μέσω διαδικτύου, με τη χρήση εταιρικών σχημάτων που λειτουργούσαν ως «βιτρίνα», δίνοντας πρόσβαση σε πελάτες σε δεκάδες χώρες.
