Σε ανοιχτή αντιπαράθεση βρίσκονται η ιρλανδική αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους Ryanair και η Fraport Greece, με αιχμή τις χρεώσεις στα ελληνικά αεροδρόμια και κυρίως στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης.
Η ένταση ξεκίνησε μετά την ανακοίνωση της νέας τιμολογιακής πολιτικής της Fraport Greece. Η Ryanair υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε επίσημη ενημέρωση για τις αλλαγές, ενώ η διαχειρίστρια εταιρεία των 14 περιφερειακών αεροδρομίων απαντά ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ευσταθούν. Παράλληλα, η Fraport συνδέει την απόφαση της Ryanair να περιορίσει το χειμερινό της πρόγραμμα με τον «εμπορικό σχεδιασμό και την επιχειρηματική στρατηγική» της εταιρείας.
Η Fraport Greece, σε επίσημη τοποθέτησή της, ανέφερε ότι ενημερώθηκε για την περικοπή του πτητικού έργου της Ryanair στη Θεσσαλονίκη και χαρακτήρισε τις αιτιάσεις περί υψηλών τελών «αβάσιμες και προσχηματικές». Τόνισε επίσης ότι παραμένει σημαντικός συνεργάτης της αεροπορικής εταιρείας, καθώς και των υπολοίπων 40 αεροπορικών που δραστηριοποιούνται στο «Μακεδονία», το οποίο συνδέει τη Θεσσαλονίκη με 33 χώρες και 93 προορισμούς.
Η εταιρεία υπενθύμισε ακόμη ότι έχει επενδύσει πάνω από 100 εκατ. ευρώ στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει σημειώσει αύξηση επιβατικής κίνησης 40% την τελευταία δεκαετία διαχείρισής του.
Οι καταγγελίες της Ryanair
Από την πλευρά της, η Ryanair κατηγορεί τόσο τη Fraport όσο και τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών για μονοπωλιακές πρακτικές και έλλειψη ανταγωνισμού. Υποστηρίζει ότι η μείωση του Τέλους Ανάπτυξης Αεροδρομίων (ADF/ΤΑΝΑ), που είχε αποφασιστεί από την κυβέρνηση τον Νοέμβριο του 2024 (από 12 ευρώ σε 3 ευρώ ανά επιβάτη), δεν μεταφέρθηκε στις τελικές τιμές εισιτηρίων.
Η εταιρεία αναφέρει επίσης ότι οι χρεώσεις στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης είναι αυξημένες κατά 66% σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο, ενώ καταγγέλλει νέες αυξήσεις και στην Αθήνα για τον χειμώνα του 2026.
Σύμφωνα με τη Ryanair, οι εξελίξεις αυτές καθιστούν τα ελληνικά αεροδρόμια λιγότερο ανταγωνιστικά, οδηγώντας τη σε μεταφορά αεροσκαφών και δρομολογίων σε άλλες αγορές, όπως η Αλβανία, η Ιταλία και η Σουηδία.
Περικοπές δρομολογίων και επιπτώσεις στη Θεσσαλονίκη
Η Θεσσαλονίκη φαίνεται να επηρεάζεται περισσότερο, καθώς η Ryanair καλύπτει μεγάλο μέρος της διεθνούς χωρητικότητας της πόλης τον χειμώνα. Για το 2026 η εταιρεία ανακοινώνει:
- απώλεια 500.000 θέσεων από τη Θεσσαλονίκη
- μείωση χωρητικότητας κατά 60%
- κατάργηση 10 δρομολογίων
- απόσυρση βάσης με 3 αεροσκάφη
Σε πανελλαδικό επίπεδο, η Ryanair κάνει λόγο για μείωση 45% στο χειμερινό πρόγραμμα, με απώλεια 700.000 θέσεων και αναστολή δρομολογίων και βάσεων σε Χανιά και Ηράκλειο.
Μεταξύ των δρομολογίων που καταργούνται περιλαμβάνονται συνδέσεις της Θεσσαλονίκης με Βερολίνο, Φρανκφούρτη Hahn, Γκέτεμποργκ, Βενετία Treviso, Ζάγκρεμπ, καθώς και άλλους ευρωπαϊκούς προορισμούς.
Το «παγωμένο» επενδυτικό σχέδιο
Η Ryanair αναφέρει ότι είχε προτείνει πενταετές επενδυτικό πλάνο για την Ελλάδα, που περιλάμβανε:
αύξηση επιβατών στα 12 εκατ. ετησίως
προσθήκη 10 αεροσκαφών
επένδυση άνω του 1 δισ. δολαρίων
δημιουργία 50 νέων δρομολογίων
Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι το σχέδιο μπορεί να υλοποιηθεί μόνο εφόσον μειωθούν τα τέλη και εφαρμοστεί πλήρως η κυβερνητική μείωση του ΤΑΝΑ.
Αντιδράσεις και τοπικοί φορείς
Οι εξελίξεις προκαλούν αντιδράσεις και σε εργαζόμενους του κλάδου, με σωματεία της Ryanair να προαναγγέλλουν κινητοποιήσεις.
Παράλληλα, φορείς της Βόρειας Ελλάδας, όπως η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, ζητούν συντονισμένες ενέργειες για τη διατήρηση της αεροπορικής συνδεσιμότητας της περιοχής, επισημαίνοντας ότι η Θεσσαλονίκη παραμένει ισχυρός τουριστικός προορισμός.
Η Ryanair έχει προχωρήσει και στο παρελθόν σε αντίστοιχες κινήσεις με βάση το κόστος, μειώνοντας παρουσία σε ευρωπαϊκά αεροδρόμια που θεωρεί λιγότερο ανταγωνιστικά.
Στην Ελλάδα, η αντιπαράθεση επεκτείνεται και σε άλλα αεροδρόμια, ενώ πρόσφατες αποφάσεις της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας επιβεβαιώνουν τη νομιμότητα αυξήσεων τελών, όπως στο αεροδρόμιο της Ρόδου.
Η σύγκρουση Ryanair – Fraport αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών αεροδρομίων και τη στρατηγική ισορροπία μεταξύ επενδύσεων, τελών και αεροπορικής συνδεσιμότητας.
