Στη φυλακή αναμένεται να οδηγηθούν ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης και η 56χρονη σύζυγός του, οι οποίοι κρίθηκαν προφυλακιστέοι για τη δολοφονία του 21χρονου Νικήτα στην ...Αμμουδάρα Ηρακλείου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο κατηγορούμενοι θα μεταφερθούν σε σωφρονιστικά καταστήματα εκτός Κρήτης για λόγους ασφαλείας.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει σοκ, ενώ ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν όσα φέρεται να υποστήριξε ο 54χρονος στην απολογία του, ζητώντας μεταξύ άλλων να περάσει για τελευταία φορά από το μνήμα του γιου του: «Μία χάρη θέλω… Να με περάσετε για τελευταία φορά από το μνήμα του παιδιού μου γιατί δεν θα το ξαναδώ να το αποχαιρετήσω».
Ο ίδιος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, εμφανίστηκε αμετανόητος λέγοντας: «Αν είχα χίλιες σφαίρες, χίλιες θα του έπαιζα, αλλά είχα μόνο έξι».
Κατά την απολογία του περιέγραψε την ψυχολογική του κατάσταση μετά τον θάνατο του παιδιού του, κάνοντας λόγο για έντονη ψυχική κατάρρευση και μακρά περίοδο πόνου και απομόνωσης. Αναφέρθηκε επίσης σε γεγονότα και εντάσεις που, όπως υποστηρίζει, επιβάρυναν την κατάστασή του, περιγράφοντας ότι αισθανόταν πως δεν είχε πλέον έλεγχο του εαυτού του τη στιγμή του περιστατικού.
«Η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής. Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί» είπε στην απολογία του.
«Κοιμόμουν (όποτε κοιμόμουν) και ξυπνούσα με τον πόνο της απώλειας του παιδιού μου. Η ζωή μου ήταν νεκροταφείο – σπίτι – νεκροταφείο και Δικαστήρια», είπε χαρακτηριστικά
«Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου» σημείωσε.
Στη συνέχεια υποστήριξε πως: «Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση – ο Χαρίλαος – στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου. Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου. Πήρα λοιπόν μαζί μου το περίστροφο (σ.σ. που αυτοβούλως παρέδωσα στην αστυνομία κατά την αυθόρμητη και εκούσια προσέλευσή μου) στο νεκροταφείο, προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».
«Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου – χωρίς να το καταλάβω – έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος. Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο του πόδια. Εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής, αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – με κατέκλυσαν και που μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα το περίστροφο και πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον». ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Έχασα κάθε έλεγχο»
«Στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νου μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «Μη Κώστα μη, μη» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».
Τι είπε η 56χρονη σύζυγος
Η 56χρονη σύζυγός του, στην απολογία της, περιέγραψε τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα, τονίζοντας το σοκ που υπέστη από όσα συνέβησαν. Μεταξύ άλλων ανέφερε: «Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου».
Η ίδια υποστήριξε ότι ο σύζυγός της βρισκόταν σε κατάσταση έντονης ψυχικής φόρτισης, επισημαίνοντας ότι δεν αναγνώριζε τον άνθρωπο που είχε δίπλα της εκείνη τη στιγμή, αποδίδοντας τη συμπεριφορά του σε ψυχολογική κατάρρευση.
«Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον» ισχυρίστηκε στην απολογία της η σύζυγος του 54χρονου.
«Ειλικρινά έπραξα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό προκειμένου τον αποτρέψω, πλην όμως δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Στην συνέχεια σε όλο τον δρόμο προς τον σπίτι μας πλέον έκλαιγα και μοιρολογούσα και του έλεγα “τί έκανες, τι έκανες..;”. Μόλις συνήλθαμε λίγο, μού είπε ότι θέλει να πάει να παραδοθεί, πράγμα που υπερθεμάτισα και εγώ, όπως και έγινε. Χθες καταστράφηκε δυστυχώς – εκτός από την δική μου – και άλλη μια οικογένεια, πράγμα που δεν έπρεπε να συμβεί. Συμπάσχω με τον πόνο της μάνας του Νικήστρατου και συμμερίζομαι το πένθος της. Εκφράζω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια και εύχομαι να είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει» υποστήριξε.
Περιέγραψε πως τις τελευταίες ημέρες ο άνδρας της είχε καταρρεύσει ψυχολογικά και συνέχισε λέγοντας: «Επιστρέφοντας με τον σύζυγό μου από το νεκροταφείο που είχαμε πάει για το μνημόσυνο του Χαρίλαου και οδηγώντας αυτός το αυτοκίνητό μας με κατεύθυνση προς το Ηράκλειο, μέσα σε κλίμα βαθιάς θλίψης και οδύνης, που επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μας κατάσταση, ξαφνικά συναντήσαμε τυχαία τον συγχωρεμένο, ο οποίος μόλις μάς αντιλήφθηκε από μακριά, έκανε μία άσεμνη χειρονομία προς τον Κώστα. Ξαφνικά και χωρίς να καταλάβω πώς και γιατί τρακάραμε με τον συγχωρεμένο, εμένα μού έπεσαν τα γυαλιά μου κάτω στο πατάκι από το χτύπημα και χωρίς ειλικρινά να αντιληφθώ τι ακριβώς συνέβη είδα τον συγχωρεμένο να επιτίθεται στον σύζυγό μου και να τον κλωτσάει. Άρχισα να φωνάζω βοήθεια και τότε μόλις που πρόλαβα και είδα τον σύζυγό μου να βγάζει από την μέση του ένα περίστροφο, του οποίου την ύπαρξη ειλικρινά αγνοούσα. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι ότι κατόρθωσα να ουρλιάξω «Κώστα μη μη», αλλά ήταν πλέον αργά. Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον».
