Από τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής (3/4) έμπειροι αστυνομικοί της ΔΑΟΕ, μετά από εντολή του οικονομικού εισαγγελέα, διενέργησαν έρευνες σε εταιρείες και οικίες που εμπλέκονται με την υπόθεση του Γιάννη Παναγόπουλου... της ΓΣΕΕ.
Σύμφωνα με πληροφορίες, έρευνα έγινε τόσο στο γραφείο όσο και στο σπίτι του Γιάννη Παναγόπουλου. Η έρευνα γίνεται στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που έχει διαταχθεί για το θέμα με τις συμβάσεις. Να σημειωθεί, ότι οι αστυνομικοί πραγματοποιούν έρευνες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Σε δήλωσή του ο κ. Παναγόπουλος αναφέρει: «Σήμερα όπως γνωρίζετε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ βρίσκεται στην αιχμή της δημοσιότητας. Σήμερα όμως – δύο (2) μήνες μετά τις διαρροές και τα non papers χωρίς ακόμα να έχω πάρει το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής – δέχτηκα επίσκεψη στο σπίτι και το γραφείο μου, των οργάνων της οικονομικής αστυνομίας. Σεβόμενος απολύτως την εντολή που τους δόθηκε παρείχα κάθε στοιχείο που μου ζητήθηκε. Ωστόσο πρέπει να σημειώσω ότι αναζητούνται επι ματαίω και με κάθε τρόπο στοιχεία για να κρατηθεί «ζωντανή» μία ανύπαρκτη υπόθεση. Η εισαγγελία κάνει τη δουλειά της και εγώ ως Πρόεδρος της ΓΣΕΕ συνεχίζω να κάνω τη δουλειά μου ενόψει μάλιστα του συνεδρίου της ΓΣΕΕ σε λίγες ημέρες».
Τι συμβαίνει με την υπόθεση Παναγόπουλου
Στα τέλη Μαρτίου, η υπόθεση του πόθεν έσχες του Γιάννη Παναγόπουλου, μπήκε και πάλι στο μικροσκόπιο, καθώς η Εισαγγελία Εφετών δεν επικύρωσε την αρχειοθέτηση της υπόθεσης που ζητούσε η Εισαγγελία Πρωτοδικών, ζητώντας περαιτέρω έρευνα.
Σύμφωνα με την παραγγελία του ανώτερου εισαγγελικού λειτουργού, που δεν συναίνεσε με την αρχειοθέτηση που ζητούσε η συνάδελφός του πρώτου βαθμού, θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω η υποχρέωση ή μη του κ. Παναγόπουλου για την υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες λόγω της ιδιότητάς του ως προέδρου των Ινστιτούτων της Συνομοσπονδίας που έλαβαν κονδύλια για εκπαιδευτικά προγράμματα εργαζομένων.
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας με αφορμή πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής καταπολέμησης μαύρου χρήματος σύμφωνα με την οποία εντοπίστηκαν αδήλωτα ποσά που ξεπερνούσαν τα 3 εκατομμύρια ευρώ.
