Latest News

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Έκρηξη στη χρήση κοκαΐνης στην Αττική - Τι εντοπίστηκε στα λύματα


 
Μεγάλη αύξηση στην παρουσία κοκαΐνης στα λύματα της Αττικής, καταγράφουν οι υπεύθυνοι του Πανεπιστημίου... της Αθήνας.

Αυτό προκύπτει από στοιχεία του Εργαστηρίου Αναλυτικής Χημείας του Πανεπιστημίου της Αθήνας και του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά (ΕΚΤΕΠΝ), τα οποία παρατίθενται πιο κάτω. Όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση, η διαχρονική αποτίμηση της κοκαΐνης στα λύματα της Αττικής καταδεικνύει ενίσχυση της  παρουσίας της ουσίας τα τελευταία έτη, καθώς και διαφοροποίηση του προτύπου κατανάλωσης εντός της εβδομάδας. Η εβδομαδιαία κατανομή υποδηλώνει αυξημένη επιβάρυνση κατά το Σαββατοκύριακο, εύρημα που συνάδει με χρήση περισσότερο συνδεδεμένη με περιστάσεις ψυχαγωγίας, μοτίβο που έχει περιγραφεί και σε ευρωπαϊκό  επίπεδο. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η επιδημιολογία λυμάτων (wastewater-based epidemiology) αποτελεί ένα σύγχρονο εργαλείο επιδημιολογικής παρακολούθησης σε επίπεδο πληθυσμού. Βασίζεται στην ανάλυση του χημικού αποτυπώματος (βιοδεικτών) των αστικών λυμάτων, παρέχοντας ενδείξεις για  ανθρώπινες συμπεριφορές και συνήθειες σε επίπεδο κοινότητας, συμπεριλαμβανομένης της  χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών.

Ανάλυση λυμάτων στην Αττική για κοκαΐνη

Κοκαΐνη

Όπως επισημαίνουν, η κοκαΐνη όσο και ο κύριος μεταβολίτης της, η βενζοϋλεκγονίνη, ανιχνεύονται σε  όλα τα δείγματα λυμάτων που αναλύονται στο εργαστήριο. Ωστόσο, η επιδημιολογική επιτήρηση της κοκαΐνης μέσω της επιδημιολογίας λυμάτων, πραγματοποιείται μέσω παρακολούθησης του ειδικού βιοδείκτη βενζοϋλεκγονίνη, καθώς είναι σταθερότερη σε  σχέση με την μητρική της ένωση και αποτελεί ειδικό βιοδείκτη, καθώς προκύπτει  αποκλειστικά ως μεταβολίτης της κοκαΐνης. Οι τιμές της βενζοϋλεκγονίνης διατηρούνται σε  υψηλά επίπεδα, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η παρουσία κοκαΐνης στα λύματα αντανακλά  πράγματι ανθρώπινη χρήση

Κάνναβη

Τα στοιχεία για την κάνναβη στα λύματα της Αττικής αναδεικνύουν ένα πιο σύνθετο εβδομαδιαίο πρότυπο σε σύγκριση με άλλες ουσίες, όπως η κοκαΐνη, χωρίς σταθερή  διαφοροποίηση στη χρήση μεταξύ καθημερινών και σαββατοκύριακου.  Το 2020, οι τιμές κυμάνθηκαν από 30,62 έως 65,42 mg/ημέρα/1.000 κατοίκους, με την υψηλότερη τιμή να καταγράφεται την Κυριακή και με αυξημένα επίπεδα να παρατηρούνται  επίσης προς το τέλος και την αρχή της εβδομάδας.

Παρόμοια εικόνα καταγράφηκε και το  2021, όταν οι τιμές διαμορφώθηκαν από 28,91 έως 65,34 mg/ημέρα/1.000 κατοίκους, με εκ  νέου κορύφωση την Κυριακή και σχετικά αυξημένες τιμές τη Δευτέρα. Το 2024 η  εβδομαδιαία κατανομή εμφανίζεται διαφοροποιημένη. Οι τιμές κυμάνθηκαν από 20,15 έως  51,95 mg/ημέρα/1.000 κατοίκους, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να καταγράφονται τη  Δευτέρα και την Τρίτη, ενώ η χαμηλότερη τιμή παρατηρήθηκε την Κυριακή. Η μεταβολή  αυτή υποδηλώνει ότι η χρήση κάνναβης δεν ακολουθεί ένα σταθερό εβδομαδιαίο πρότυπο.  Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η χρήση κάνναβης παρουσιάζει ενδοεβδομαδιαία  διακύμανση, λιγότερο προβλέψιμη σε σχέση με άλλες ψυχοδραστικές ουσίες, όπως η  κοκαΐνη.

Αμφεταμίνη

Η παρουσία της αμφεταμίνης στα λύματα της Αττικής παραμένει γενικά περιορισμένη σε  σύγκριση με άλλες διεγερτικές ουσίες, με διακυμάνσεις ανά έτος.   Το 2021 οι τιμές κυμάνθηκαν από 9,55 έως 13,99 mg/ημέρα/1.000 κατοίκους, ενώ το 2022  καταγράφηκαν χαμηλότερα επίπεδα, με εύρος 3,61–6,25 mg/ημέρα/1.000 κατοίκους. Κατά  τα έτη 2024 και 2025 παρατηρήθηκαν εκ νέου υψηλότερες τιμές, με εύρη 5,88–21,76  mg/ημέρα/1.000 κατοίκους και 3,99–21,6 mg/ημέρα/1.000 κατοίκους, αντίστοιχα.   Τα στοιχεία υποδηλώνουν περιορισμένη συνολικά επιβάρυνση, με διακυμάνσεις ωστόσο  στον πληθυσμό.

Μεθαμφεταμίνη

Η μεθαμφεταμίνη εμφανίζει διακυμάνσεις διαχρονικά, διατηρώντας ωστόσο σταθερή  παρουσία στα λύματα της Αττικής.   Το 2020, οι τιμές κυμάνθηκαν από 15,89 έως 22,23 mg/ημέρα/1.000 κατοίκους, ενώ το 2021  καταγράφηκαν χαμηλότερα επίπεδα, με εύρος 8,98–12,09 mg/ημέρα/1.000 κατοίκους. Το 2024 η ουσία επανεμφανίζεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις, με τιμές από 17,23 έως 23,2  mg/ημέρα/1.000 κατοίκους, ενώ το 2025 το εύρος διαμορφώθηκε από 9,58 έως 29,7  mg/ημέρα/1.000 κατοίκους, γεγονός που υποδηλώνει σταθερή χρήση μεθαμφεταμίνης.