Σε δημοπρασίες που λάμβαναν χώρα μέσω διαδικτύου και τηλεοπτικών εκπομπών σε Ελλάδα και Κύπρο κατηγορείται ότι πουλούσε τα πλαστά έργα τέχνης κορυφαίων ζωγράφων ο Γιώργος Τσαγκαράκης.
Συνολικά βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 321 έργα τέχνης, 4 αρχαίες εικόνες, Ιερό Ευαγγέλιο, 5 αρχαία αντικείμενα, 226.760 ευρώ, 32.607 δολάρια, περίστροφο και 45 φυσίγγια.
Η έρευνα ξεκίνησε πριν από περίπου ένα μήνα μετά από καταγγελίες σε βάρος του κ. Τσαγκαράκη. Ανάμεσα στους καταγγέλλοντες ήταν επιστήμονας με ειδικές γνώσεις, ενώ όταν έγινε η δημοσίευση του Ευαγγελίου του 1745 από τον ίδιο τον γκαλερίστα ενημερώθηκε αρχικά το υπουργείο Πολιτισμού και στη συνέχεια η ΕΛ.ΑΣ.
Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΛ.ΑΣ., ο κ. Τσαγκαράκης ως διαχειριστής εταιρείας-γκαλερί τέχνης, «τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2025, κατείχε και εξέθετε προς πώληση σε Ελλάδα και Κύπρο μέσω τηλεοπτικών εκπομπών, που παρουσίαζε ο ίδιος, καθώς και μέσω διαδικτυακού καταστήματος, κυρίως πλαστά έργα τέχνης, διάσημων Ελλήνων και ξένων ζωγράφων, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αλλά και μνημεία, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους».
Αρμόδιοι υπάλληλοι της Εθνικής Πινακοθήκης εξέτασαν τα κατασχεθέντα και γνωμάτευσαν ότι πρόκειται στην πλειονότητά τους για πλαστά, ενώ αρχαιολόγος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων διαπίστωσε ότι οι τέσσερις Ιερές εικόνες, τρεις από τις οποίες αναγνωρίστηκαν ως αντικείμενα που είχαν εκτεθεί προς δημοπρασία, το Ιερό Ευαγγέλιο και τρία από τα κατασχεθέντα αντικείμενα εμπίπτουν στις διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Σε βάρος του κ. Τσαγκαράκη σχηματίστηκε δικογραφία από την Υποδιεύθυνση Καταπολέμησης Διακίνησης και Εμπορίας Ανθρώπων και Αγαθών για –κατά περίπτωση- διακεκριμένη διακίνηση κατασκευασμένου έργου τέχνης, διακεκριμένη απάτη, υπεξαίρεση μνημείων, αποδοχή και διάθεση μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, κατοχή αντιγράφων ή απομιμητικών μνημείων με σκοπό τη διάθεση ως γνήσια, καθώς και για παράβαση των νόμων για την πνευματική ιδιοκτησία, την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
