Η ταινία «Τελευταία Κλήση» φτάνει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 19 Μαρτίου, σαν μια ιστορία που επιστρέφει από το... συλλογικό μας υποσυνείδητο. Μια ταινία που πατά πάνω στην υπόθεση του Σορίν Ματέι – το γεγονός που πάγωσε την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1998 – αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν.
Αντίθετα, υφαίνει ένα νέο, σκοτεινό αφήγημα, εμπνευσμένο από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, για να φωτίσει όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ και όσα δεν είδαμε πίσω από τις κάμερες.
Το έργο σηματοδοτεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Σερίφ Φράνσις, μια τολμηρή πρώτη εμφάνιση που έρχεται μέσα από τη νέα παραγωγή της Tanweer. Το σενάριο, γραμμένο από τον ίδιο και την Κατερίνα Μπέη, χτίζει έναν κόσμο όπου η αγωνία δεν αφήνει περιθώριο για ανάσα και ο χρόνος κυλάει σαν αντίστροφη μέτρηση.
Το καστ συγκεντρώνει μερικούς από τους πιο δυναμικούς Έλληνες ηθοποιούς, έτοιμους να σηκώσουν το βάρος μιας ιστορίας που απαιτεί απόλυτη αφοσίωση και ψυχική ένταση.
Πρωταγωνιστούν:
Ορφέας Αυγουστίδης, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργος Μπένος, Δημήτρης Λάλος, Ρένια Λουιζίδου, Νίκος Ψαρράς, Ερρίκος Λίτσης, Καλλιόπη Χάσκα, Γιάννης Καράμπαμπας, Βασίλης Ρίσβας, Πολύδωρος Βογιατζής, Θοδωρής Σκυφτούλης και Ράσμη Τσόπελα.
Μια ομάδα που καλείται να μεταφέρει στο πανί την πίεση, τον φόβο, την παγίδευση και τον παλμό μιας ιστορίας που εξελίσσεται σε πραγματικό χρόνο – όπως ακριβώς την έζησε και η χώρα.
Για τον σκηνοθέτη της «Τελευταίας Κλήσης», η αφετηρία ήταν μια παιδική ανάμνηση που χαράχτηκε ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη της χώρας. «Θυμάμαι όλη την Ελλάδα να παρακολουθεί ζωντανά μια ιστορία που ξετυλιγόταν μπροστά μας, λεπτό το λεπτό… μέχρι το τραγικό της τέλος», σημειώνει. Εκείνη η εμπειρία –η αίσθηση ότι ο χρόνος κυλάει αμείλικτα και η αγωνία χτυπάει σαν καρδιακός παλμός– είναι αυτό που θέλει να μεταφέρει στο κοινό.
Η ταινία δεν αναπαριστά κατά γράμμα τα γεγονότα. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία για να φωτίσει όσα δεν είδαμε ποτέ: τα κίνητρα, τις σκιές, τις αθέατες δυνάμεις που κινούν τα νήματα. «Πάντα αναρωτιόμαστε τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά», λέει ο δημιουργός. «Η μυθοπλασία έρχεται να προσθέσει βάθος στους χαρακτήρες και να δώσει μια νέα διάσταση στην ιστορία».

Δύο χώροι, ένας χρόνος, μια παγίδα που κλείνει
Η δράση εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο και περιορίζεται σε δύο βασικούς χώρους:
– τον τηλεοπτικό σταθμό, όπου ο παρουσιαστής Αντώνης βρίσκεται εγκλωβισμένος στον ρόλο του διαμεσολαβητή,
– και το διαμέρισμα όπου ο Νικολάι κρατά ομήρους, ενώ έξω από την πολυκατοικία ο ταξίαρχος Οικονόμου προσπαθεί να ελέγξει μια επιχείρηση που απειλεί να εκτροχιαστεί.
Οι ήρωες δεν συναντιούνται ποτέ στο ίδιο δωμάτιο, όμως οι ιστορίες τους τρέχουν παράλληλα, σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Καθώς ο χρόνος λιγοστεύει, η ένταση ανεβαίνει και οι χαρακτήρες περνούν – χωρίς να το συνειδητοποιούν – από τα πέντε στάδια του πένθους. Κάθε βλέμμα, κάθε ανάσα, κάθε ατάκα σηματοδοτεί το σημείο στο οποίο βρίσκονται ψυχικά.
Ο ρυθμός της ταινίας ακολουθεί τον παλμό της καρδιάς: στην αρχή σταθερός, μετά όλο και πιο γρήγορος, μέχρι την τελική έκρηξη – κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Ένα τηλεοπτικό κανάλι σε αναβρασμό, μια αστυνομία εκτεθειμένη
Στο παρασκήνιο, ένα τηλεοπτικό κανάλι παλεύει με την ίδια του την ηθική, ενώ η αστυνομία βλέπει έναν δραπέτη να την εκθέτει ξανά και ξανά. Κανείς δεν έχει τον έλεγχο, όλοι όμως κινούνται μέσα σε έναν αόρατο ιστό που κάποιοι υφαίνουν στο σκοτάδι.
Η Τελευταία Κλήση εμπνέεται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, με κυρίαρχη αναφορά την υπόθεση που συγκλόνισε την Ελλάδα στις 23 Σεπτεμβρίου 1998: την ομηρία στα Κάτω Πατήσια, όπου ένας νεαρός καταζητούμενος κρατούσε οικογένεια υπό την απειλή χειροβομβίδας, ενώ η χώρα παρακολουθούσε ζωντανά τις δραματικές συνομιλίες και την τελική έκρηξη που στοίχισε τη ζωή της 17χρονης Αμαλίας.
Το γεγονός εκείνο αποκάλυψε τις αδυναμίες της αστυνομίας, τις παθογένειες της τηλεοπτικής κάλυψης, αλλά και την τρομακτική δύναμη της ζωντανής μετάδοσης. Η ταινία δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει την πραγματικότητα· την χρησιμοποιεί ως εφαλτήριο για να εξερευνήσει το ψυχολογικό βάθος και τις ηθικές γκρίζες ζώνες που γεννιούνται όταν ολόκληρη η χώρα παρακολουθεί μια ανθρώπινη τραγωδία σαν θέαμα.

Από την πρώτη σκηνή, χωρίς ανάσα
Ο σκηνοθέτης επιδιώκει μια εμπειρία που δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα. Η ταινία ξεκινά με το τηλεφώνημα – όπως ακριβώς το έζησε και το κοινό το 1998 – και από εκείνη τη στιγμή ο χρόνος τρέχει ασταμάτητα. Καθώς η ιστορία προχωρά, νέες πληροφορίες αποκαλύπτονται, η αγωνία κορυφώνεται και το διακύβευμα γίνεται ολοένα μεγαλύτερο.
Ακόμα κι όσοι γνωρίζουν το πραγματικό γεγονός, θα βρεθούν να αναρωτιούνται πώς θα εξελιχθεί η μυθοπλαστική εκδοχή. Γιατί εδώ, η αλήθεια δεν είναι δεδομένη – είναι ένα παζλ που συμπληρώνεται κομμάτι κομμάτι, μέχρι την τελευταία κλήση.
