Νέα μελέτη από ερευνητές των πανεπιστημίων Harvard, Michigan και Duke υπογραμμίζει ότι τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα (UPFs) έχουν σχεδιαστεί ώστε να προκαλούν εθισμό και υπερκατανάλωση, παρόμοια με... τα τσιγάρα.
Τα υπερ - επεξεργασμένα τρόφιμα, περιλαμβάνουν αναψυκτικά, σνακ, μπισκότα, fast food, έτοιμα γεύματα και μαζικά παραγόμενο ψωμί, και παρασκευάζονται με πρόσθετα, τεχνητά χρώματα και αρώματα, που ενισχύουν την επιθυμία κατανάλωσης.
Τα προϊόντα αυτά έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, λίπος, αλάτι και άλλα πρόσθετα, ενώ ταυτόχρονα στερούνται βασικών θρεπτικών συστατικών όπως πρωτεΐνη, βιταμίνες και μέταλλα.
Μάλιστα, η συνεχής κατανάλωσή τους σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών νοσημάτων και άλλων προβλημάτων υγείας.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η βιομηχανία τροφίμων χρησιμοποιεί τεχνικές παρόμοιες με εκείνες των καπνοβιομηχανιών: ρυθμίζει τη γεύση, την υφή και τις «δόσεις» των προϊόντων, ώστε να προκαλούν ευχαρίστηση και να κάνουν τον κόσμο να τα καταναλώνει ξανά και ξανά.
Ατάκες του μάρκετινγκ όπως «χαμηλά λιπαρά» ή «χωρίς ζάχαρη» συχνά λειτουργούν ως ψευδή διαβεβαίωση για την υγεία, παρόμοια με τη διαφήμιση των φίλτρων τσιγάρων τη δεκαετία του 1950.
Η μελέτη υποστηρίζει ότι τα UPFs πληρούν κριτήρια εθιστικότητας και ότι η ρύθμισή τους θα έπρεπε να είναι αυστηρή, όπως συμβαίνει με τα τσιγάρα, με περιορισμούς στο μάρκετινγκ, δομικές παρεμβάσεις και νομικές ευθύνες για τη βιομηχανία.
Οι συγγραφείς της έρευνας, τονίζουν ότι επειδή το φαγητό είναι απαραίτητο για τη ζωή και δύσκολο να αποφευχθεί, η δράση για τη μείωση των βλαβερών προϊόντων είναι κρίσιμη.
Η διάκριση μεταξύ επικίνδυνων υπερ - επεξεργασμένων προϊόντων και φυσικών, θρεπτικών τροφίμων είναι δυνατή, όπως συμβαίνει με το αλκοόλ, και η εφαρμογή μέτρων δημόσιας υγείας μπορεί να μειώσει σημαντικά τους κινδύνους για την υγεία.
Η μελέτη καταλήγει ότι η υπευθυνότητα της βιομηχανίας τροφίμων και η αυστηρότερη ρύθμιση είναι απαραίτητες για την προστασία του κοινού.
