Latest News

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Καταπέλτης ο εισαγγελέας στη δίκη για τις υποκλοπές: Ζήτησε την ενοχή των τεσσάρων κατηγορουμένων


 «Αν οι πράξεις είχαν χρόνο τέλεσης λίγο αργότερα, δεν θα ήμασταν εδώ. Αυτή η υπόθεση δεν ήταν για μονομελές δικαστήριο, φαίνεται από τον αριθμό των εγγράφων και των μαρτύρων, εν πάση περιπτώσει…», ανέφερε δηκτικά στην έναρξη της πρότασής του στη δίκη για τις παράνομες παρακολουθήσεις μέσω Predator ο εισαγγελέας της έδρας του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, Δημήτρης Παυλίδης, που ζήτησε την ενοχή και των 4 κατηγορουμένων για τα τρία αδικήματα για τα οποία κατηγορούνταν.

Ωστόσο, πρότεινε για κάποιες πράξεις τη μετατροπή από κατ’ εξακολούθηση σε κατά συρροή, πρόταση που αν γίνει τελικά δεκτή από το δικαστήριο θα επηρεάσει το ύψος των ποινών προς τα πάνω. «Το έννομο αγαθό εδώ έχει κάθε φορά διαφορετικό πρόσωπο, με κάθε αποστολή μηνύματος προσβάλλεται διαφορετικό αγαθό» ,εξήγησε και συμπλήρωσε ότι «απεδείχθη σχέση των κατηγορουμένων με τις εταιρείες και το κατασκοπευτικό λογισμικό. Να κηρυχθούν άπαντες ένοχοι. Επιφυλάσσομαι για περαιτέρω ενέργειες στη συνέχεια της διαδικασίας».

Στο εδώλιο του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας κάθονται τέσσερις ιδιώτες, επιχειρηματίες, κατηγορούμενοι για πλημμεληματικές πράξεις, όπως αυτές της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, αλλά και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα.

«Οι εταιρείες δεν υπάρχουν αυθύπαρκτες στον κόσμο. Υπάρχουν άνθρωποι πίσω από αυτές, αποδίδουν κέρδη. Δεν θα μπορούσαμε να κρύψουμε ποινικά αδικήματα πίσω από εταιρικά σχήματα. Η παραπομπή των κατηγορουμένων δεν έχει να κάνει με το αν δημιούργησαν κώδικα ή πάτησαν το κουμπί για να σταλεί κάποιο μήνυμα. Στο ποινικό μας δίκαιο δεν υφίσταται ευθύνη νομικών προσώπων, άρα πρέπει να καταλήξουμε σε φυσικό πρόσωπο που εκπροσωπεί την εταιρεία. Δεν θα ασχοληθώ λοιπόν στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά με τις αρμοδιότητες των κατηγορουμένων και τις αποφάσεις τους εντός των εταιρειών», είπε ο εισαγγελέας της έδρας που ανέλυσε αρχικά το νομικό πλαίσιο.

«Φαίνεται ότι η Intellexa κατασκεύαζε ή αγόραζε παράνομο λογισμικό. (…) τι κερδίζει η Intellexa παρέχοντας σε ένα κράτος μια σουίτα παρακολουθήσεων; Η πληροφορία δεν έρχεται απλώς, αλλά γίνεται ανάλυση. Περισσότερα χρήματα και εξάρτηση του πελάτη από το οικοσύστημα της Intellexa», σημείωσε ο εισαγγελέας συμπληρώνοντας πως «η χρήση του λογισμικού είναι παράνομη, παραβιάζει τους νόμους και εκφεύγει από τον τρόπο των νομίμων παρακολουθήσεων στην Ελλάδα. Ακόμα και αν πούμε ότι ήταν νόμιμο, θα χρειαζόταν μια νόμιμη διαδικασία με υπογραφές και εγκρίσεις που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχαμε τίποτα. Είναι αποκρυσταλλωμένο ότι είναι παράνομη η χρήση του λογισμικού στη χώρα. Παραβιάζει βάναυσα προσωπικά δεδομένα. Αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, γιατί δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν… και τυχόν χρήση της από κρατικές υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελεί… σημείο αφύπνισης!»

Αποδομώντας τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι σε κάθε περίπτωση η αποστολή μηνυμάτων αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη και όχι απόπειρα, ο εισαγγελέας ξεκαθάρισε ότι «από τον τρόπο λειτουργίας και την απαιτούμενη υποδομή, ο δράστης αυτό που πρέπει να κάνει είναι να κατασκευάσει το μήνυμα και να το στείλει στον στόχο περισσότερες από μία φορές. Απαιτείται ενέργεια του θύματος, δηλαδή να πατήσει το λινκ. Oμως ο δράστης έχει δημιουργήσει όλες τις πιθανότητες του εγκληματικού σχεδίου, το θύμα πρέπει να κάνει μια ανεπαίσθητη σύμπραξη. Η αποστολή του μολυσμένου συνδέσμου αποτελεί οπωσδήποτε απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων και όχι προπαρασκευαστική πράξη».

Κατά τον εισαγγελέα, η πυκνότητα και η πολυπλοκότητα του δικτύου εταιρειών, οι συνεχείς αλλαγές σε ονόματα, αλλά το γεγονός ότι οι έδρες τους συχνά βρίσκονται σε φορολογικούς παραδείσους, δυσχεραίνουν το έργο της έρευνας. Αναφερόμενος στις τρεις εμπλεκόμενες εταιρείες, είπε μεταξύ άλλων πως «η Cytrox ταυτίζεται με την Intellexa. Η εξαγορά της έγινε το 2018 και εντάχθηκε στην Intelexa Alliance, οπότε υποδομές και προσωπικό μεταφέρονται στην Intellexa».

Σχετικά με την Intellexa ΑΕ, με μετόχους δύο εκ των κατηγορουμένων, ανέφερε ότι είχε ευρύ φάσμα δραστηριότητας που μπορεί να περιλαμβάνει και δραστηριότητες τύπου predator. «Φαίνεται κανονική εταιρεία με κάποιες ιδιαιτερότητες, διαθέτει Μητρώο στο ΓΕΜΗ, εργαζόμενους, έδρα, συμμετέχει σε εκθέσεις… εν πρώτοις δεν φαίνεται για μυστική οντότητα, εν μέρει λόγω ανάγκης και εν μέρει λόγω στρατηγικής. Από την άλλη έχει κάποια στεγανά, υπάλληλοι παρουσιάζουν προϊόντα που δεν ξέρουν αν κλείστηκαν οι συμφωνίες ή πώς συνδέονται τα προϊόντα. Υπάρχουν σύμφωνα εμπιστευτικότητας», ανέφερε.

Φτάνοντας στην εταιρία Krikel, ο εισαγγελέας είπε μεταξύ άλλων πως «η Krikel ανατέθηκε από τον Λαβράνο στον Τρίμπαλη για 700 ευρώ τον μήνα. Ο τελευταίος, όπως κατέθεσε εδώ, αργότερα κατάλαβε τον ρόλο του νόμιμου εκπροσώπου. Ο Λαβράνος είχε πολυτελές γραφείο στην Krikel, ενώ ο Τρίμπαλης πήγαινε στην εταιρεία μια φορά τον μήνα. Ο Τρίμπαλης υπέγραφε τις συμβάσεις με την ΕΛ.ΑΣ., αλλά εμφανιζόταν μόνο την ημέρα της υπογραφής, αφού όλες οι διαπραγματεύσεις γινόταν από τον Λαβράνο. Συνάντησε τον Μπίτζιο δύο φορές συνολικά».

Ειδική μνεία έγινε στην κατάθεση του Σταμάτη Τρίμπαλη, του φερόμενου ως νόμιμου εκπροσώπου της Krikel, ιδιότητας που ο ίδιος αρνήθηκε στο δικαστήριο λέγοντας πως ήταν «αχυράνθρωπος» του Γιάννη Λαβράνου. «Τον Σεπτέμβριο του 2022, πριν από την κατάθεση του στη Βουλή, οι Λαβράνος και Ντάλλας τού έδωσαν από πριν τις ερωτήσεις που του τέθηκαν στη συνέχεια, ενώ αμέσως μετά την κατάθεση συνομίλησε με τον Ντάλλα. Δήλωσε θύμα, που φέρει άδικα όλο το βάρος των χρεών της Krikel».

Σε διαφορετικό σημείο της αγόρευσής του, ο εισαγγελέας επέλεξε να φωτίσει το ζήτημα των εταιρικών σχέσεων, συνδέοντάς το άμεσα με τον ρόλο των τεσσάρων κατηγορουμένων. «Δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ότι δεν διαχωρίζονται τα συμφέροντα των Intellexa σε Κύπρο, Ελλάδα ή Ιρλανδία. Δεν είναι άσχετες η μία από την άλλη, είναι στο πλέγμα εταιρειών των ίδιων προσώπων και από τον οικονομικό έλεγχο με την ελληνική Intellexa προέκυψε η σχέση και οι συναλλαγές μεταξύ τους», είπε χαρακτηριστικά. 

Ο εισαγγελικός λειτουργός έκανε εκτενή αναφορά στο θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε με τον νόμο του 2018 περί επιτελικού κράτους, εστιάζόμενος στον ρόλο του γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού. Ειδικότερα, στάθηκε στον ορισμό του Γρηγόρη Δημητριάδη στη συγκεκριμένη θέση και στο γεγονός ότι, στο πλαίσιο αυτό, η ΕΥΠ υπήχθη στην ευθύνη του. Παράλληλα, αναφέρθηκε στον διορισμό του Παναγιώτη Κοντολέοντα στην ηγεσία της Υπηρεσίας, επισημαίνοντας ότι από την πρώτη στιγμή διατυπώθηκαν σοβαρές αμφισβητήσεις ως προς την πλήρωση των τυπικών του προσόντων.

Στη συνέχεια, επικαλούμενος την κατάθεση του δημοσιογράφου Βασίλη Λαμπρόπουλου, ο εισαγγελέας ανέφερε ότι το λογισμικό Predator εισήχθη στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 2019. Αναφερόμενος στις διαδρομές και στα πρόσωπα που, σύμφωνα με την έρευνα, συνδέονται με την υπόθεση, έκανε λόγο για τον ρόλο του εμπόρου όπλων Σταύρου Κομνόπουλου, περιγράφοντας μια αλληλουχία επαφών: «Είχε επαφές με τον Μπίτζιο, που είχε επαφές με τον Λαβράνο, που είχε επαφές με τον Δημητριάδη – έτσι πάει…», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο εισαγγελικός λειτουργός προχώρησε ακολούθως στο ιστορικό ίδρυσης της Intellexa στην Ελλάδα, επισημαίνοντας μια ιδιαιτερότητα της εταιρικής της δομής. Οπως σημείωσε, επικαλούμενος την κατάθεση του δημοσιογράφου Τάσου Τέλλογλου, μόνο στη χώρα μας η μητρική εταιρεία δεν κατέχει το σύνολο των μετοχών της θυγατρικής, γεγονός που κατά την εκτίμησή του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ιδιαίτερη μνεία έγινε και στη δημιουργία του ΚΕΤΥΑΚ, με τον εισαγγελέα να εντάσσει την ίδρυσή του στο ευρύτερο πλαίσιο των εξελίξεων γύρω από τη λειτουργία των μηχανισμών παρακολούθησης. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε αναλυτικά και στο ιστορικό της παρακολούθησης του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη, καθώς και στην καταγγελία που ο ίδιος υπέβαλε, ενώ έκανε ειδική αναφορά στο έτος 2021, σημειώνοντας ότι τότε παρατηρείται «μαζική ανάπτυξη» αποστολής μηνυμάτων.

Οπως είπε, τα μηνύματα αυτά εστάλησαν από αριθμό που αποδίδεται στον Δημητριάδη, «την επόμενη ημέρα της ονομαστικής του εορτής», και είχαν ως αποδέκτες, μεταξύ άλλων, εισαγγελικό λειτουργό, τον αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. και άλλα πρόσωπα με θεσμικούς ρόλους.

Σχετικά με τις διπλές παρακολουθήσεις ο εισαγγελέας σημείωσε πως «από 87 επιβεβαιωμένες επιμολύνσεις, το 1/3 παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ» χαρακτηρίζοντας το στοιχείο αυτό «σύμπτωση που έχει σημασία». Στη συνέχεια κι ενώ έχουν ξεκινήσει οι επισυνδέσεις διαφόρων προσώπων όπως του Θανάση Κουκάκη και του Νίκου Ανδρουλάκη, τον Φεβρουάριο του 2021 ζητείται ο τετραπλασιασμός της χωρητικότητας από το data center στο Μαρούσι, «πράγμα που δείχνει την κλιμάκωση της επιχείρησης», ενώ αντίστοιχο αίτημα επαναλήφθηκε στα τέλη του 2021.

Κατά τη διάρκεια της αγόρευσής του ο εισαγγελικός λειτουργός υπογράμμισε πάντως πως το παράνομο λογισμικό, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 2024 και πιθανότατα μέχρι σήμερα. «Το Predator λειτούργησε με κάποια υποδομή εντός ελληνικής επικράτειας», είπε ο εισαγγελέας που δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι κανένας κατηγορούμενος δεν προσήλθε να απολογηθεί.

«Το δικαστήριο εξέφρασε την επιθυμία του να προσέλθουν οι κατηγορούμενοι, αλλά κανείς δεν ήρθε να ασκήσει το δικαίωμα απολογίας τους. Σε ένα δικαστήριο που μετρά 40 συνεδριάσεις δεν ήρθε ούτε ένας», ανέφερε ο κ. Παυλίδης.