Latest News

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Πόλεμος ΗΠΑ στο Ιράν: Σχεδόν τριπλάσια κέρδη για τις αμερικανικές πετρελαϊκές

 


Κέρδη άνω των 130 δισ. δολαρίων κατέγραψαν 51 μεγάλες αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου το εξάμηνο Απριλίου–Σεπτεμβρίου, στη διάρκεια του πολέμου κατά του Ιράν, σύμφωνα με εκτίμηση των New York Times. Το ποσό είναι σχεδόν τριπλάσιο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, όταν τα συνολικά κέρδη τους δεν είχαν φτάσει τα 47 δισ. δολάρια.

Την ίδια ώρα, οι Αμερικανοί καταναλωτές έχουν δαπανήσει επιπλέον 150 δισ. δολάρια για βενζίνη και ντίζελ από την έναρξη του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με ανάλυση του Εργαστηρίου Κλιματικών Λύσεων του Πανεπιστημίου Μπράουν. Η επιβάρυνση αντιστοιχεί σε περισσότερα από 1.150 δολάρια ανά νοικοκυριό.

Η εκτίμηση των New York Times χαρακτηρίζεται συντηρητική και βασίζεται στις οικονομικές επιδόσεις των 51 εταιρειών. Η σύγκριση γίνεται με το εξάμηνο Απριλίου–Σεπτεμβρίου του 2025, όταν οι τιμές του πετρελαίου ήταν χαμηλότερες, πριν από την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.

Η απόκλιση ανάμεσα στην αυξημένη κερδοφορία των ενεργειακών επιχειρήσεων και στην πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς έχει πυροδοτήσει πολιτική αντιπαράθεση για το ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει το τίμημα του πολέμου. Παράλληλα, εκφράζονται φόβοι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να επαναλάβει τις πολεμικές επιχειρήσεις μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.

Απαντώντας στον Τραμπ, ο Δημοκρατικός βουλευτής Τζιμ ΜακΓκόβερν έγραψε στο X: «Δεν βγάζουμε “μια ολόκληρη περιουσία”· ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ “μια ολόκληρη περιουσία”».

Πώς επωφελούνται οι αμερικανικές πετρελαϊκές


Οι αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες έχουν ωφεληθεί με διαφορετικούς τρόπους από τον πόλεμο, εξηγεί ο Νάσερ αλ Ταμίμι, ερευνητής στο Ιταλικό Ινστιτούτο Διεθνών Πολιτικών Σπουδών (ISPI), με έδρα το Μιλάνο.

«Οι παραγωγοί αργού επωφελούνται από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου, ενώ οι εταιρείες διύλισης εξασφαλίζουν εξαιρετικά υψηλά περιθώρια κέρδους, καθώς περιορίζεται η προσφορά ντίζελ και άλλων καυσίμων», αναφέρει.

Όπως προσθέτει, «οι ζημιές σε διυλιστήρια στη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία, οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ και τα εμπόδια στο εμπόριο λόγω των κυρώσεων έχουν επιτείνει τις ελλείψεις». Την ίδια στιγμή, «η σχετική ασφάλεια των εγκαταστάσεων στις ΗΠΑ και η πρόσβαση σε αργό πετρέλαιο σε μειωμένες τιμές ενισχύουν αυτά τα οφέλη».

Η ExxonMobil και η Chevron, οι μεγαλύτερες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, ανακοίνωσαν την Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου, κέρδη που κυμάνθηκαν μεταξύ 10 και 15 δισ. δολαρίων. Παρότι σημαντικά, τα κέρδη παρέμειναν σε γενικές γραμμές χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2022, σύμφωνα με τους New York Times.

Τότε, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχε εκτινάξει την τιμή του πετρελαίου περίπου στα 100 δολάρια το βαρέλι και είχε αυξήσει τις τιμές του φυσικού αερίου. Συγκριτικά, η μέση τιμή του πετρελαίου κατά το φετινό εξάμηνο Απριλίου–Σεπτεμβρίου διαμορφώθηκε στα 90 δολάρια το βαρέλι.

Άλμα κερδών και για τα διυλιστήρια


Αυξημένα κέρδη κατέγραψαν και οι αμερικανικές εταιρείες διύλισης, καθώς οι εκτεταμένες ζημιές σε υποδομές στη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία περιόρισαν την παγκόσμια προσφορά καυσίμων και οδήγησαν σε μείωση των αποθεμάτων.

Τα κέρδη της Valero Energy στο τρίτο τρίμηνο υπερεξαπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 6,83 δισ. δολάρια. Η Phillips 66 ανακοίνωσε τα υψηλότερα τριμηνιαία κέρδη στην ιστορία της, με τα καθαρά κέρδη να εκτινάσσονται στα 5,62 δισ. δολάρια, από 133 εκατ. δολάρια έναν χρόνο νωρίτερα.

Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν «προκάλεσε τη μεγαλύτερη διαταραχή στην προσφορά των παγκόσμιων αγορών πετρελαίου και προϊόντων διύλισης εδώ και χρόνια», δηλώνει ο Τζέφρι Μίλερ, γεωπολιτικός αναλυτής και συντάκτης του ενημερωτικού δελτίου Gulf States Insights.

Όπως εξηγεί, ο πόλεμος «δημιούργησε ένα ασφάλιστρο κινδύνου στις τιμές, το οποίο οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ βρίσκονται, λόγω της θέσης και των χαρακτηριστικών τους, σε ιδιαίτερα ευνοϊκή θέση να μετατρέψουν σε κέρδος».

Αντίθετα, οι παραγωγοί του Κόλπου «έχουν πληγεί σοβαρά από το αυξημένο κόστος, τους κινδύνους και τις υλικές ζημιές, γεγονός που καθιστά πολύ δυσκολότερο να επωφεληθούν από τις υψηλότερες τιμές».

Οι επιθέσεις στις υποδομές και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ


Η Τεχεράνη απάντησε στην επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εξαπολύοντας πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC).

Ο ανεξάρτητος οργανισμός καταγραφής συγκρούσεων ACLED, ο οποίος είναι καταχωρισμένος στις ΗΠΑ, κατέγραψε τουλάχιστον 172 επιθέσεις του Ιράν και οργανώσεων που υποστηρίζονται από αυτό εναντίον μη στρατιωτικών υποδομών στα έξι κράτη-μέλη του Συμβουλίου. Παρά τους ισχυρισμούς Ιρανών αξιωματούχων ότι στόχευαν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, επλήγησαν και ενεργειακές υποδομές.

Το Ιράν απέκλεισε επίσης στην πράξη τη διέλευση των περισσότερων πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ. Σε αντίποινα, οι ΗΠΑ επέβαλαν ναυτικό αποκλεισμό στις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι εκατέρωθεν κινήσεις αύξησαν τους κινδύνους για τη μεταφορά ενεργειακών προϊόντων μέσω του κρίσιμου αυτού θαλάσσιου περάσματος.

Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η αστάθεια θα συνεχιστεί έως ότου επιτευχθεί μια βιώσιμη πολιτική διευθέτηση μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν προσωρινά το καλοκαίρι, μετά την υπογραφή μνημονίου συνεννόησης τον Ιούνιο, αλλά εκτινάχθηκαν ξανά όταν κατέρρευσαν οι συνομιλίες.

Πιο πρόσφατα, η κλιμάκωση των συγκρούσεων μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των Χούθι επιδείνωσε περαιτέρω την κρίση. Τα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ, που συνδέουν την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και χρησιμοποιούνται από τη Σαουδική Αραβία για τις εξαγωγές πετρελαίου της, αποτελούν πλέον και αυτά θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων.

Υψηλές τιμές και το 2027

Η Φλόρενς Σμιτ, ανώτερη αναλύτρια ενεργειακής στρατηγικής στην ομάδα παγκόσμιας οικονομίας και αγορών της Rabobank στο Λονδίνο, εκτιμά ότι οι τιμές βασικών ενεργειακών προϊόντων είναι πιθανό να παραμείνουν υψηλές, λόγω της αβεβαιότητας για τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν.

«Σε όλες τις αγορές που επηρεάζονται από αυτή την παγκόσμια διαταραχή της προσφοράς -μεταξύ αυτών και η αγορά των ΗΠΑ- οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές και το 2027. Οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να αισθάνονται αυτή την πίεση, εκτός εάν παρέμβουν οι κυβερνήσεις», δηλώνει στο Al Jazeera.

Ο πόλεμος κατά του Ιράν, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, έχει αυξήσει το κόστος του πετρελαίου, των καυσίμων κίνησης, του φυσικού αερίου, της ηλεκτρικής ενέργειας και των τροφίμων.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Ομίλου της Παγκόσμιας Τράπεζας για τις προοπτικές των αγορών βασικών εμπορευμάτων, οι τιμές τους αναμένεται να αυξηθούν κατά 23% φέτος. Παράλληλα, οι διαταραχές στις μεταφορές σιτηρών και το καιρικό φαινόμενο Ελ Νίνιο απειλούν τις σοδειές και την πρόσβαση σε τρόφιμα σε προσιτές τιμές.

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) ανακοίνωσε στις 2 Οκτωβρίου ότι οι διεθνείς τιμές των βασικών διατροφικών προϊόντων αυξήθηκαν περαιτέρω κατά 1,5% τον Σεπτέμβριο. Τον Αύγουστο είχαν ήδη φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2022, εν μέσω δυσμενών καιρικών συνθηκών και διαταραχών στο εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα και στα Στενά του Ορμούζ.

Ο κίνδυνος ύφεσης και οι πιέσεις στον Κόλπο

Τα συγκυριακά υπερκέρδη ενισχύουν βραχυπρόθεσμα τις πετρελαϊκές εταιρείες, ωστόσο οι υψηλές τιμές ενδέχεται να υπονομεύσουν μελλοντικά και τη δική τους κερδοφορία.

«Βραχυπρόθεσμα, τα συγκυριακά υπερκέρδη θα ενισχύσουν τους ισολογισμούς των πετρελαϊκών εταιρειών και τις αποδόσεις για τους μετόχους τους», αναφέρει ο Μίλερ. «Ωστόσο, τα μεγάλα κέρδη συνοδεύονται από μια σημαντική επιφύλαξη: μακροπρόθεσμα, οι υψηλές τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να υπονομεύσουν τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης, ακόμη και να συμβάλουν στην εκδήλωση ύφεσης. Μια τέτοια εξέλιξη πιθανότατα θα περιόριζε τη ζήτηση πετρελαίου και θα επιτάχυνε τη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας».

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, έχει επιχειρήσει να αποδώσει στην Ουκρανία την ευθύνη για τις υψηλές διεθνείς τιμές των καυσίμων. Έχει επίσης πιέσει τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, ενώ η Μόσχα συνεχίζει τις επιθέσεις εναντίον ουκρανικών ενεργειακών υποδομών.

Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστηρίζει ότι μια συμφωνία με τη Ρωσία, η οποία θα προέβλεπε την άρση κυρώσεων που ισχύουν εδώ και χρόνια, θα συνέβαλλε στη μείωση των τιμών του ντίζελ.

Στον Κόλπο, οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου μπορούν να ωφελήσουν τους εξαγωγείς που διατηρούν τις εξαγωγικές ροές τους. Η παρατεταμένη ανασφάλεια, ωστόσο, εξακολουθεί να απειλεί την αξιοπιστία του εφοδιασμού και τις επενδύσεις, σύμφωνα με αναλυτές.

«Οι παραγωγοί του Κόλπου βρίσκονται αντιμέτωποι με πολυετή ανοικοδόμηση και πιέσεις να διαφοροποιήσουν τις διαδρομές εξαγωγής τους», δηλώνει ο αλ Ταμίμι του ISPI. «Μια διπλωματική διευθέτηση θα μπορούσε να αποκλιμακώσει τις τιμές. Αντίθετα, νέες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν κινδυνεύουν να πυροδοτήσουν ακόμη έναν περιφερειακό πόλεμο, να διαταράξουν περαιτέρω τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και να παρατείνουν τις ελλείψεις».

Google News

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο`