Το τουρκολιβυκό μνημόνιο επιστρέφει στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας, προκαλώντας νέα ανησυχία στην Αθήνα, αλλά και αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση για τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η Ουάσιγκτον διαφωνεί με το μνημόνιο που υπέγραψαν Τουρκία και Λιβύη το 2019. Είναι πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η αμερικανική πλευρά προκειμένου να στηρίξει εμπράκτως τις ελληνικές θέσεις.
Το μνημόνιο επιχειρεί να οριοθετήσει θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, παρακάμπτοντας την επίδραση ελληνικών νησιών, κυρίως της Κρήτης, της Ρόδου, της Καρπάθου και της Κάσου. Η Αθήνα το χαρακτηρίζει παράνομο και αντίθετο με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Το State Department επιλέγει τη διπλωματία και αποφεύγει την ευθεία καταδίκη
Η πρώτη επίσημη αμερικανική αντίδραση, μετά την κύρωση του μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου, ήρθε μέσω του State Department, με απάντηση στην εφημερίδα «Καθημερινή».
Ο εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε: «Ενθαρρύνουμε τους εταίρους μας στην Ανατολική Μεσόγειο να επιλύσουν τις διαφορές τους για τις θαλάσσιες ζώνες μέσω διαπραγματεύσεων καλής πίστης».
Η Ουάσιγκτον υπογράμμισε ότι η επίλυση των διαφορών θα διευκολύνει τις εμπορικές επενδύσεις και τις ενεργειακές έρευνες, ενώ υπενθύμισε ότι Ελλάδα και Τουρκία είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και πρέπει να αντιμετωπίζουν τις διαφωνίες τους με διμερή διάλογο. 
Τι σημαίνει αυτή η τοποθέτηση;
Το State Department δεν αναγνώρισε τη νομιμότητα του τουρκολιβυκού μνημονίου. Δεν το καταδίκασε όμως ρητά ως παράνομο στη συγκεκριμένη απάντηση, όπως έκανε η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόκειται για μία προσεκτική διπλωματική διατύπωση, με την οποία η αμερικανική κυβέρνηση αποφεύγει να τοποθετηθεί δημόσια υπέρ της μίας πλευράς στη συγκεκριμένη διαφορά, επιδιώκοντας να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας τόσο με την Αθήνα όσο και με την Άγκυρα.
Ρικ Σκοτ: Σκληρή επίθεση στον Ερντογάν
Εντελώς διαφορετικό είναι το ύφος του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή της Φλόριντα, Ρικ Σκοτ, ο οποίος συμμετέχει στις επιτροπές Εξωτερικών Σχέσεων και Ενόπλων Δυνάμεων της αμερικανικής Γερουσίας.
Στις 20 Οκτωβρίου, ο Σκοτ χαρακτήρισε την τουρκική κίνηση παράνομη και τραμπούκικη, τονίζοντας ότι απειλεί άμεσα τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ελλάδας.
Μάλιστα, έστειλε ένα ακόμη αυστηρότερο μήνυμα στον Τούρκο πρόεδρο: «Εάν ο Ερντογάν δεν συμπεριφέρεται ως σύμμαχος, δεν πρέπει να απολαμβάνει τα οφέλη του ΝΑΤΟ». Η δήλωση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή ο Σκοτ είναι πολιτικός σύμμαχος του Ντόναλντ Τραμπ και είχε προηγουμένως επισκεφθεί την Ελλάδα και την Κύπρο, όπου είχε επικρίνει την τουρκική συμπεριφορά και είχε υποστηρίξει την ενεργειακή συνεργασία στην περιοχή.
Η δήλωσή του αποτελεί σημαντική πολιτική παρέμβαση από το Κογκρέσο, όχι κυβερνητική απόφαση για κυρώσεις ή αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα – Και τι δεν σημαίνει
Η Αθήνα έχει λόγους να θεωρεί σημαντικές τις αντιδράσεις αυτές, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με τη σαφή θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία χαρακτήρισε το μνημόνιο άκυρο, αντίθετο στο Δίκαιο της Θάλασσας και επιζήμιο για τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών. 
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η αμερικανική στήριξη σε συγκεκριμένα ενεργειακά έργα, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, για την οποία ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει επαναβεβαιώσει το αμερικανικό ενδιαφέρον.
Από την άλλη πλευρά, ούτε οι δηλώσεις του Σκοτ ούτε η τοποθέτηση του State Department σημαίνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δεσμευθεί να παρέμβουν στρατιωτικά, να επιβάλουν κυρώσεις στην Άγκυρα ή να αναγνωρίσουν εκ των προτέρων την ελληνική οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.
Η νομική ισχύς του μνημονίου και η πρακτική δυνατότητα της Τουρκίας να το επικαλεστεί αποτελούν επίσης δύο διαφορετικά ζητήματα. Μία συμφωνία που αμφισβητείται νομικά μπορεί παρ’ όλα αυτά να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής πίεσης ή για την παρεμπόδιση ερευνών και ενεργειακών έργων.
Το μεγάλο ερώτημα για την κυβέρνηση Τραμπ
Το ουσιαστικό ζήτημα για την ελληνική διπλωματία είναι εάν η αμερικανική κυβέρνηση θα παραμείνει στη γενική προτροπή για διάλογο ή θα διατυπώσει σαφέστερη θέση σε περίπτωση που η Τουρκία επιχειρήσει να εμποδίσει ελληνικές έρευνες ή ενεργειακές δραστηριότητες.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να υποστηρίζεις τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και άλλο να είσαι διατεθειμένος να αναλάβεις το πολιτικό κόστος μιας αντιπαράθεσης με την Άγκυρα.
Το συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά διπλωματικά στηρίγματα στην Ουάσιγκτον, αλλά δεν διαθέτει ακόμη, μέσα από τις συγκεκριμένες δηλώσεις, μια νέα ρητή αμερικανική εγγύηση απέναντι στις τουρκικές κινήσεις.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάκριση: οι δηλώσεις ενός ισχυρού Αμερικανού γερουσιαστή δημιουργούν πολιτική πίεση. Η επίσημη θέση του State Department αποτυπώνει τη διπλωματική γραμμή.
Εκείνο που θα κρίνει τις εξελίξεις είναι οι πραγματικές αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ, εάν η αντιπαράθεση περάσει από τα λόγια στις πράξεις.
Οι προηγούμενες αντιδράσεις του State Department για το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Δεκέμβριος 2019 – Κυβέρνηση Τραμπ
Το State Department χαρακτηρίζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο «προκλητικό και μη εποικοδομητικό» (provocative and unhelpful), τονίζοντας ότι αυξάνει την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ιανουάριος 2020 – Κυβέρνηση Τραμπ
Η Ουάσιγκτον ξεκαθαρίζει ότι τα ελληνικά νησιά έχουν δικαιώματα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, όπως προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο, και αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει θαλάσσιες διεκδικήσεις στην περιοχή.
Ιούνιος–Ιούλιος 2020 – Κυβέρνηση Τραμπ
Το State Department επαναλαμβάνει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν μπορεί να επηρεάσει νομικά τα δικαιώματα τρίτων χωρών, όπως η Ελλάδα, χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Οκτώβριος 2022 – Κυβέρνηση Μπάιντεν
Η Ουάσιγκτον εκφράζει αντιρρήσεις για τη νέα τουρκολιβυκή συμφωνία υδρογονανθράκων, επισημαίνοντας ότι η προσωρινή κυβέρνηση της Λιβύης δεν πρέπει να αναλαμβάνει μακροχρόνιες διεθνείς δεσμεύσεις.
Οκτώβριος 2026 – Δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ
Το State Department περιορίζεται σε έκκληση για διάλογο και διαπραγματεύσεις καλής πίστης, χωρίς να χαρακτηρίζει ρητά το μνημόνιο παράνομο ή προκλητικό.
Συμπέρασμα: Το 2019–2020 η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιούσε σαφώς αυστηρότερη γλώσσα απέναντι στην Τουρκία. Το 2026 η Ουάσιγκτον εμφανίζεται πιο επιφυλακτική στις δημόσιες διατυπώσεις της. Αυτό δείχνει αλλαγή διπλωματικού ύφους, όχι απαραίτητα αλλαγή της επίσημης αμερικανικής θέσης.

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο`
