Νέα στοιχεία αναζωπυρώνουν τα ερωτήματα για πιθανή υποστήριξη των αεροπειρατών από πρόσωπα που συνδέονταν με τη Σαουδική Αραβία – Από τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» στην πολιτική «America First» του Ντόναλντ Τραμπ
Είκοσι πέντε χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι βασικές γραμμές της μεγαλύτερης τρομοκρατικής επίθεσης στην αμερικανική ιστορία είναι γνωστές: 19 αεροπειρατές της Αλ Κάιντα κατέλαβαν τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη, χτύπησαν τους Δίδυμους Πύργους και το Πεντάγωνο, ενώ ένα τέταρτο αεροπλάνο συνετρίβη στην Πενσιλβάνια έπειτα από την αντίδραση των επιβατών του.
Οι επιθέσεις στοίχισαν τη ζωή σε 2.977 ανθρώπους και άλλαξαν την Αμερική περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη εκείνο το πρωινό. Είναι επίσης τι μάθαμε έκτοτε, τι εξακολουθούμε να αγνοούμε και εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν τελικά ασφαλέστερες ή απλώς πιο φοβισμένες και περισσότερο επιτηρούμενες.
Γνωρίζουμε περισσότερα – αλλά όχι τα πάντα
Η επίσημη Επιτροπή για την 11η Σεπτεμβρίου κατέγραψε με εξαντλητικό τρόπο την προετοιμασία της επίθεσης, τις κινήσεις των αεροπειρατών και τις αστοχίες των αμερικανικών υπηρεσιών. Το κεντρικό της συμπέρασμα ήταν ότι οι επιθέσεις δεν οφείλονταν σε μία μόνο αποτυχία, αλλά σε έναν συνδυασμό έλλειψης φαντασίας, ανεπαρκούς ανταλλαγής πληροφοριών και αδυναμίας σύνδεσης των προειδοποιητικών ενδείξεων. Το καλοκαίρι του 2001, όπως σημείωνε χαρακτηριστικά η έκθεση, «το σύστημα αναβόσβηνε κόκκινο».
Η CIA και το FBI διέθεταν αποσπασματικές πληροφορίες για πρόσωπα που αργότερα συμμετείχαν στις επιθέσεις, χωρίς όμως να καταφέρουν να τις ενώσουν εγκαίρως. Ελλείψεις υπήρχαν επίσης στον έλεγχο θεωρήσεων εισόδου, στα ταξιδιωτικά έγγραφα και στην παρακολούθηση υπόπτων που βρίσκονταν ήδη στις ΗΠΑ.
Το πιο επίμονο αναπάντητο ερώτημα αφορά τη βοήθεια που ενδέχεται να έλαβαν ορισμένοι από τους αεροπειρατές μετά την άφιξή τους στην Αμερική – και ιδιαίτερα τις πιθανές σχέσεις αυτής της βοήθειας με πρόσωπα που εργάζονταν για τη Σαουδική Αραβία.
Η επίσημη έρευνα δεν είχε εντοπίσει αποδείξεις ότι η σαουδαραβική κυβέρνηση ως θεσμός ή ανώτεροι αξιωματούχοι της χρηματοδότησαν την Αλ Κάιντα. Νεότερα στοιχεία, ωστόσο, έχουν επαναφέρει το ζήτημα στο προσκήνιο, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν οδηγήσει σε δικαστική απόφαση που να αποδίδει ευθύνη στο Ριάντ.
Η σκοτεινή διαδρομή των δύο πρώτων αεροπειρατών
Στο επίκεντρο βρίσκεται η υπόθεση των Ναουάφ αλ-Χάζμι και Χαλίντ αλ-Μιντχάρ, των δύο μελών της Αλ Κάιντα που έφτασαν στην Καλιφόρνια το 2000. Οι δύο άνδρες δεν γνώριζαν καλά αγγλικά και είχαν περιορισμένη εξοικείωση με την αμερικανική κοινωνία, αλλά κατάφεραν να βρουν κατοικία, τραπεζικούς λογαριασμούς και πρόσβαση σε μαθήματα πτήσης.
Καθοριστικό πρόσωπο θεωρείται ο Ομάρ αλ-Μπαγιούμι, Σαουδάραβας υπήκοος που τους βοήθησε να εγκατασταθούν. Για χρόνια η επίσημη εκδοχή ήταν ότι η συνάντησή τους υπήρξε τυχαία και ότι ο ίδιος αγνοούσε τα σχέδιά τους.
Έγγραφα και στοιχεία που ήρθαν αργότερα στο φως έθεσαν υπό αμφισβήτηση αυτή την εικόνα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ο Μπαγιούμι είχε σχέση με τις σαουδαραβικές υπηρεσίες, καθώς και βίντεο που είχε τραβήξει στην Ουάσιγκτον πριν από τις επιθέσεις και το οποίο, κατά τους δικηγόρους των οικογενειών, μοιάζει με αναγνωριστική καταγραφή στόχων.
Αμερικανός ομοσπονδιακός δικαστής αποφάσισε το 2025 ότι οι αγωγές των οικογενειών των θυμάτων κατά της Σαουδικής Αραβίας μπορούν να προχωρήσουν. Η απόφαση δεν έκρινε ότι το σαουδαραβικό κράτος είναι υπεύθυνο, αλλά ότι οι ενάγοντες παρουσίασαν επαρκή στοιχεία ώστε η υπόθεση να εξεταστεί δικαστικά επί της ουσίας.
Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο νέο στοιχείο στην 25η επέτειο: η ιστορία της 11ης Σεπτεμβρίου δεν έχει κλείσει οριστικά. Η ποινική εικόνα της επίθεσης είναι σε μεγάλο βαθμό αποσαφηνισμένη, αλλά η πιθανή ύπαρξη ενός δικτύου υποστήριξης στο αμερικανικό έδαφος παραμένει αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης.
Η ημέρα που δημιούργησε ένα νέο αμερικανικό κράτος
Η 11η Σεπτεμβρίου δεν άλλαξε μόνο την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Μετέβαλε τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του κράτους.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες ψηφίστηκε ο Patriot Act, ο οποίος διεύρυνε σημαντικά τις δυνατότητες παρακολούθησης, έρευνας και συλλογής πληροφοριών από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Δημιουργήθηκε το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, αναδιοργανώθηκε η κοινότητα πληροφοριών και θεσπίστηκε η θέση του διευθυντή Εθνικών Πληροφοριών.
Στα αεροδρόμια δημιουργήθηκε ένα νέο και αυστηρότερο καθεστώς ασφαλείας. Ενισχύθηκαν οι έλεγχοι επιβατών και αποσκευών, δημιουργήθηκαν λίστες απαγόρευσης πτήσεων και επεκτάθηκε η χρήση βιομετρικών δεδομένων.
Παρά τις τεράστιες επενδύσεις, ορισμένες από τις συστάσεις της Επιτροπής δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί πλήρως. Νέα διακομματική έκθεση της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής επισημαίνει, 25 χρόνια αργότερα, κενά στην καταγραφή των αλλοδαπών που εισέρχονται και εξέρχονται από τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στα χερσαία σύνορα και στις αναχωρήσεις από αεροδρόμια.
Το κόστος των «ατελείωτων πολέμων»
Η άμεση απάντηση της Ουάσιγκτον ήταν ο «παγκόσμιος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας». Οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Αφγανιστάν για να ανατρέψουν τους Ταλιμπάν και να εξαρθρώσουν την Αλ Κάιντα. Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε ο πόλεμος στο Ιράκ, παρότι δεν αποδείχθηκε επιχειρησιακή σύνδεση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν με τις επιθέσεις.
Ο Οσάμα μπιν Λάντεν σκοτώθηκε το 2011 στο Πακιστάν. Η Αλ Κάιντα αποδυναμώθηκε σημαντικά, αλλά ο πόλεμος στο Αφγανιστάν διήρκεσε δύο δεκαετίες και ολοκληρώθηκε το 2021 με την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα Costs of War του Πανεπιστημίου Brown, οι πόλεμοι που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου κόστισαν στις ΗΠΑ περίπου 8 τρισ. δολάρια, χωρίς να συνυπολογίζονται όλοι οι μελλοντικοί τόκοι. Περίπου 38 εκατομμύρια άνθρωποι εκτοπίστηκαν στις χώρες που επηρεάστηκαν από τις συγκρούσεις, ενώ η περίθαλψη των Αμερικανών βετεράνων αναμένεται να κοστίσει επιπλέον 2,2 έως 2,5 τρισ. δολάρια έως το 2050.
Η Αμερική απέτρεψε μια δεύτερη επίθεση αντίστοιχης κλίμακας στο έδαφός της. Το τίμημα, όμως, ήταν τεράστιο: πόλεμοι, κρατική επιτήρηση, βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στους μουσουλμάνους και μια μόνιμη διεύρυνση της εκτελεστικής εξουσίας στο όνομα της εθνικής ασφάλειας.
Ο Τραμπ και η κληρονομιά της 11ης Σεπτεμβρίου
Η πολιτική σκέψη του Ντόναλντ Τραμπ γύρω από την 11η Σεπτεμβρίου εμφανίζει μια φαινομενική αντίφαση. Από τη μία πλευρά, υιοθετεί την πιο σκληρή εκδοχή της ασφάλειας: αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων και της μετανάστευσης, ενισχυμένη επιτήρηση και συντριπτική απάντηση σε κάθε επίθεση κατά των ΗΠΑ.
Από την άλλη, απορρίπτει τη βασική στρατηγική που κυριάρχησε μετά το 2001: τους μακροχρόνιους πολέμους και την προσπάθεια οικοδόμησης δυτικού τύπου κρατών στη Μέση Ανατολή. Για τον Τραμπ, η 11η Σεπτεμβρίου δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της μόνιμης αμερικανικής παρουσίας στο εξωτερικό, αλλά υπέρ μιας ισχυρής, κλειστής και αποφασιστικής Αμερικής που χτυπά τους εχθρούς της χωρίς να αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση των χωρών τους.
Στην προεδρική διακήρυξή του για την επέτειο του 2025, χαρακτήρισε τις επιθέσεις ανεξίτηλο μέρος της συλλογικής μνήμης και δεσμεύθηκε ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν τον λαό και τις ελευθερίες τους.
Για την 25η επέτειο, ο Τραμπ έχει επιλέξει να παραστεί στην τελετή του Πενταγώνου και όχι στο Σημείο Μηδέν της Νέας Υόρκης. Την κυβέρνηση στη Νέα Υόρκη θα εκπροσωπήσει ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς.
Η επιλογή ταιριάζει και στον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ αντιμετωπίζει την επέτειο: λιγότερο ως στιγμή επανεξέτασης των επιλογών της Αμερικής και περισσότερο ως σύμβολο εθνικής ισχύος, μνήμης και αποφασιστικότητας.
Η ειρωνεία των 25 χρόνων
Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι η 11η Σεπτεμβρίου ένωσε προσωρινά τους Αμερικανούς, αλλά οι πολιτικές που ακολούθησαν συνέβαλαν μακροπρόθεσμα σε μια βαθύτερα διχασμένη χώρα.
Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς υποχώρησε, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στο Ιράκ και τις αποκαλύψεις για μαζικές παρακολουθήσεις. Οι φόβοι για την τρομοκρατία έδωσαν σταδιακά τη θέση τους σε άλλες απειλές: την Κίνα, τη Ρωσία, το Ιράν, τις κυβερνοεπιθέσεις και την εγχώρια πολιτική βία.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά, η Αμερική διαθέτει περισσότερες υπηρεσίες, περισσότερα δεδομένα και ισχυρότερους μηχανισμούς ασφαλείας. Εξακολουθεί, όμως, να αναζητεί απαντήσεις για ανθρώπους που βοήθησαν τους αεροπειρατές, να εφαρμόζει ημιτελώς ορισμένες βασικές συστάσεις και να πληρώνει το οικονομικό και ανθρώπινο κόστος των πολέμων που άρχισαν εκείνο το πρωινό.
Αυτή είναι ίσως η πραγματική «άκρη» της επετείου: η 11η Σεπτεμβρίου δεν αποτελεί απλώς ένα κεφάλαιο της ιστορίας. Παραμένει μια ανοιχτή δικαστική υπόθεση, ένα διαρκές σύστημα ασφαλείας και η αφετηρία πολιτικών επιλογών τις συνέπειες των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ακόμη ξεπεράσει.

Ακολουθήστε το reportaznet.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις και τα πολιτικά νέα στην Ελλάδα & τον Κόσμο






