Η εξαγγελία του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή τέλους 20% στη διέλευση φορτίων από τα Στενά του Ορμούζ δεν ήταν μια απλή οικονομική πρόταση. Ήταν μια ωμή δήλωση ισχύος. Ένα μήνυμα προς τις μοναρχίες του Κόλπου, την Ευρώπη, την Κίνα και τη διεθνή ναυτιλία ότι η Ουάσινγκτον σκοπεύει να μετατρέψει την πιο κρίσιμη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη σε μοχλό... αμερικανικής επιρροής.
Το μήνυμα ήταν απλό και κυνικό: οι ΗΠΑ προστατεύουν τα Στενά, οι ΗΠΑ εγγυώνται τη ροή του πετρελαίου, άρα κάποιος πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό.
Μόνο που μέσα σε λίγες ώρες ο Τραμπ άλλαξε γραμμή. Το τέλος του 20% εξαφανίστηκε και στη θέση του εμφανίστηκε μια διαφορετική συμφωνία: όχι φόρος, αλλά μαζικές εμπορικές συμφωνίες και τεράστιες επενδύσεις από τις χώρες του Κόλπου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεν ήταν απλώς μια αναδίπλωση. Ήταν η μετατροπή μιας απειλής που κινδύνευε να προκαλέσει διεθνή κρίση σε μια οικονομική συναλλαγή που ο Τραμπ μπορεί να πουλήσει στο εσωτερικό ως θρίαμβο.
Από το τέλος 20% στα δισεκατομμύρια του Κόλπου
Η αρχική ιδέα ήταν εκρηκτική. Ο Τραμπ παρουσίασε το τέλος ως μια μορφή «δίκαιης αποζημίωσης» για την αμερικανική στρατιωτική προστασία της περιοχής. Παράλληλα, δήλωνε ότι οι ΗΠΑ θα λειτουργούν ουσιαστικά ως ο «φύλακας» των Στενών του Ορμούζ, κρατώντας τη διεθνή ναυσιπλοΐα ανοιχτή και αποκλείοντας μόνο τα πλοία που συνδέονται με το Ιράν.
Η πρόθεση ήταν ξεκάθαρη: η Ουάσινγκτον δεν ήθελε απλώς να προστατεύει την πύλη από την οποία περνά περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου. Ήθελε να καθορίζει ποιος περνά, ποιος αποκλείεται και, αρχικά τουλάχιστον, ποιος πληρώνει.
Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη από το σύνθημα.
Έπειτα από συνομιλίες με ηγέτες της Μέσης Ανατολής, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει την ιδέα του τέλους 20%. Οι χώρες του Κόλπου, σύμφωνα με τον ίδιο, θα προχωρήσουν αντί γι’ αυτό σε μεγάλες εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ.
Η απειλή μετατράπηκε σε deal. Ο φόρος έγινε επένδυση. Και η σύγκρουση έδωσε τη θέση της στη συναλλαγή.
Γιατί ο Τραμπ έκανε πίσω
Η αναδίπλωση δεν χρειάζεται να διαβαστεί ως προϊόν αδυναμίας. Ήταν πρωτίστως προϊόν πραγματισμού.
Η επιβολή ενός μονομερούς τέλους στη διέλευση από διεθνή στενά θα άνοιγε ένα τεράστιο νομικό, διπλωματικό και οικονομικό μέτωπο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κίνα, η Ιαπωνία και μεγάλες ναυτιλιακές δυνάμεις εξαρτώνται άμεσα από την ασφαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της συγκεκριμένης θαλάσσιας οδού.
Μια αμερικανική απόπειρα οικονομικού ελέγχου της διέλευσης θα μπορούσε να μετατρέψει τα Στενά του Ορμούζ από σημείο στρατηγικής προστασίας σε πεδίο παγκόσμιας αντιπαράθεσης.
Και αυτό θα ήταν ένα τεράστιο ρίσκο ακόμη και για τον Τραμπ.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να απειλείς το Ιράν με αποκλεισμό και άλλο να ζητάς από ολόκληρο τον πλανήτη να πληρώνει διόδια σε μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές πύλες της Γης.
Ο Κόλπος δεν ήθελε να γίνει φορολογούμενος της Αμερικής
Υπήρχε όμως και ένα δεύτερο πρόβλημα. Τα κράτη του Κόλπου δεν θέλουν να εμφανίζονται ως χώρες που πληρώνουν «φόρο προστασίας» στην Ουάσινγκτον.
Θέλουν να εμφανίζονται ως επενδυτές, στρατηγικοί εταίροι και αυτόνομοι παίκτες με τεράστια οικονομική δύναμη.
Η διαφορά δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι βαθιά πολιτική.
Ένα τέλος 20% θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως επιβολή. Ως οικονομική υποτέλεια. Ως το τίμημα που απαιτεί η Ουάσινγκτον για τη στρατιωτική της παρουσία.
Αντίθετα, μια επένδυση δισεκατομμυρίων επιτρέπει στις μοναρχίες του Κόλπου να διατηρούν το κύρος τους και στον Τραμπ να ισχυρίζεται ότι έφερε χρήματα, εργοστάσια και θέσεις εργασίας στην Αμερική.
Όλοι μπορούν να δηλώσουν νικητές.
Και αυτό, στη διπλωματία των συναλλαγών, είναι συχνά πολύ πιο χρήσιμο από μια σύγκρουση στην οποία όλοι κινδυνεύουν να χάσουν.
Ο Τραμπ δεν εγκατέλειψε τον αποκλεισμό — τον έκανε πιο στοχευμένο
Την ίδια στιγμή, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος κλιμακώνει δραματικά την πίεση προς την Τεχεράνη.
Η νέα γραμμή είναι σαφής: τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ανοιχτά για τη διεθνή ναυσιπλοΐα, αλλά όχι για το Ιράν.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε «πλήρη αποκλεισμό» των πλοίων που κατευθύνονται προς ή αναχωρούν από ιρανικά λιμάνια, καθώς και όσων μεταφέρουν φορτία που συνδέονται με την Τεχεράνη.
Με άλλα λόγια, εγκατέλειψε την ιδέα να επιβαρύνει οικονομικά τους συμμάχους και τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα επιχείρησε να σφίξει ακόμη περισσότερο τη θηλιά γύρω από το Ιράν.
Η στρατηγική γίνεται έτσι πιο καθαρή: ελευθερία ναυσιπλοΐας για όλους, οικονομική συμφωνία με τον Κόλπο και ασφυξία για την Τεχεράνη.
Η Αμερική ως «φύλακας» της παγκόσμιας ενεργειακής αρτηρίας
Ο Τραμπ απέδωσε τα εύσημα στις αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις, υποστηρίζοντας ότι χάρη στην ισχύ τους «το πετρέλαιο ρέει όσο ποτέ άλλοτε» και τα Στενά παραμένουν ανοιχτά.
Το μήνυμα δεν αφορά μόνο το Ιράν.
Αφορά κάθε χώρα που εισάγει πετρέλαιο από τον Κόλπο, κάθε ναυτιλιακή εταιρεία που περνά από την περιοχή και κάθε κυβέρνηση που γνωρίζει ότι μια σοβαρή κρίση στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να προκαλέσει παγκόσμιο ενεργειακό σοκ.
Η Ουάσινγκτον θέλει να εμφανίζεται όχι απλώς ως στρατιωτική δύναμη της περιοχής, αλλά ως ο εγγυητής της παγκόσμιας ενεργειακής κυκλοφορίας.
Και ο Τραμπ θέλει αυτή η εγγύηση να αποδίδει.
Αν όχι με ένα τέλος 20%, τότε με επενδύσεις, εργοστάσια, εμπορικές συμφωνίες και πολιτικά ανταλλάγματα.
Όχι φόρος, αλλά εργοστάσια και εκατομμύρια θέσεις εργασίας
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της πολιτικής αφήγησης του Τραμπ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστηρίζει ότι οι νέες συμφωνίες με τις χώρες του Κόλπου θα οδηγήσουν σε τεράστια εισροή επενδύσεων στις ΗΠΑ, με νέα εργοστάσια, βιομηχανικές μονάδες και εξοπλισμό σε «ιστορικά επίπεδα».
Υπόσχεται εκατομμύρια καλά αμειβόμενες αμερικανικές θέσεις εργασίας και συνοψίζει το αφήγημά του με την αγαπημένη του γλώσσα: «Η Αμερική ΝΙΚΑ ξανά – νικά όπως ποτέ άλλοτε».
Αυτό ακριβώς κάνει την αναδίπλωση πολιτικά διαχειρίσιμη.
Ο Τραμπ δεν χρειάζεται να παραδεχθεί ότι εγκατέλειψε μια προβληματική πρόταση. Μπορεί να ισχυριστεί ότι πέτυχε κάτι καλύτερο.
Όχι ένα τέλος που θα προκαλούσε διεθνείς αντιδράσεις, αλλά δισεκατομμύρια που θα εισρεύσουν στην αμερικανική οικονομία.
Η πραγματική νίκη του Τραμπ είναι ότι μετέτρεψε την απειλή σε συναλλαγή
Η στροφή του Τραμπ δεν είναι απλώς μια υποχώρηση. Είναι μια μετατόπιση στρατηγικής.
Από την επιβολή ενός τέλους που θα μπορούσε να προκαλέσει διεθνή κρίση, στη δημιουργία ενός νέου οικονομικού άξονα με τα κράτη του Κόλπου.
Οι ΗΠΑ παραμένουν ο στρατιωτικός «φύλακας» των Στενών. Οι χώρες του Κόλπου παραμένουν σύμμαχοι και επενδυτές. Η διεθνής αγορά πετρελαίου αποφεύγει —τουλάχιστον προς το παρόν— έναν νέο σεισμό.
Και το Ιράν μένει μόνο του στο στόχαστρο.
Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο της νέας στρατηγικής: ο Τραμπ διαχωρίζει τους συμμάχους από τον εχθρό, αφαιρεί από το τραπέζι ένα μέτρο που θα έπληττε τους πάντες και συγκεντρώνει ολόκληρη την πίεση στην Τεχεράνη.
Το τελικό του μήνυμα δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: «Το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο».
Και πίσω από τις κεφαλαίες λέξεις, τις απειλές και τους πανηγυρισμούς, διακρίνεται η ουσία της τραμπικής πολιτικής: πρώτα ανεβάζεις το τίμημα στα άκρα, μετά διαπραγματεύεσαι και στο τέλος παρουσιάζεις τον συμβιβασμό ως ολοκληρωτική νίκη.
Αυτή τη φορά, ο Τραμπ πήγε να βάλει διόδια στην ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη.
Τελικά, προτίμησε τα δισεκατομμύρια.
