Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τα ένοχα μυστικά και το σκοτεινό παρελθόν που κρύβεται πίσω από μια λαμπερή καριέρα στο θέαμα. Παράδειγμα ο κορυφαίος σταρ του Χόλιγουντ Σιλβέστερ Σταλόνε, ο οποίος πριν από λίγες ημέρες γιόρτασε τα 80α γενέθλιά του.
Πριν κερδίσει εκατομμύρια, δόξα και την αποθέωση του κοινού, ο διάσημος ηθοποιός έζησε μια ζωή γεμάτη ακραίες στερήσεις, κάνοντας πράγματα που σοκάρουν. Στις πιο «μαύρες» του στιγμές, προκειμένου να εξασφαλίσει λίγα χρήματα για να μην καταλήξει στον δρόμο, αναγκάστηκε να παίξει σε σκληρή ταινία πορνό για 200 δολάρια.

Η μοίρα όμως του έπαιξε ακόμα πιο άγριο παιχνίδι, αφού η φτώχεια τον ανάγκασε να προχωρήσει στην πιο οδυνηρή θυσία: να πουλήσει τον σκύλο του Μπάτκους, ένα μεγαλόσωμο μπουλμαστίφ που είχε για συντροφιά αφού δεν είχε να τον ταΐσει… Τον έδωσε σε έναν άγνωστο για μερικές δεκάδες δολάρια, ξεσπώντας σε κλάματα. Ήταν το χαμηλότερο σημείο της διαδρομής του, λίγο πριν η μοίρα τού χτυπήσει την πόρτα με το σενάριο του «Ρόκι», που έμελλε να αλλάξει τη ζωή του για πάντα.
Το σκληρό ξεκίνημα και το σημάδι στο πρόσωπο
Ο Σιλβέστερ Σταλόνε γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, γιος του Ιταλού Φρανκ Σταλόνε και της ουκρανικής καταγωγής Τζάκι Λαμπόφις. Μια επιπλοκή κατά τη διάρκεια της γέννησής του προκάλεσε μόνιμη παράλυση στην αριστερή πλευρά του προσώπου του, χαρίζοντάς του τη χαρακτηριστική ασυμμετρία και τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας που αργότερα θα γίνονταν το σήμα κατατεθέν του.
Αν και στα εφηβικά του χρόνια πήρε υποτροφία για κολέγιο στην Ελβετία χάρη στις επιδόσεις του στο ποδόσφαιρο και την ξιφασκία –όπου και ήρθε σε πρώτη επαφή με το θέατρο– η επιστροφή του στην Αμερική συνοδεύτηκε από έναν σκληρό αγώνα επιβίωσης.
Από καθαριστής λιονταριών μέχρι πορτιέρης
Ψάχνοντας απεγνωσμένα μια ευκαιρία στην υποκριτική, ο Σταλόνε έκανε δεκάδες δουλειές του ποδαριού για να ζήσει. Εργάστηκε ως κομμωτής, πορτιέρης, πωλητής εισιτηρίων, μέχρι και καθαριστής στα κλουβιά των λιονταριών στον ζωολογικό κήπο του Central Park.
Οι οικονομικές δυσκολίες, όμως, τον γονάτισαν. Έφτασε στο σημείο να κοιμάται σε σταθμούς λεωφορείων, να γράφει ιστορίες τα βράδια που κανείς δεν αγόραζε και να πουλάει τα κοσμήματα της συζύγου του.
Λίγο αργότερα, μια τηλεοπτική μετάδοση θα άλλαζε τα πάντα. Παρακολουθώντας τον πυγμάχο Τσακ Γουέπνερ να αντέχει απέναντι στον θρυλικό Μοχάμεντ Άλι, εμπνεύστηκε την ιστορία ενός άσημου μποξέρ που παίρνει τη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του. Μέσα σε μόλις τρεις ημέρες έγραψε το σενάριο του «Ρόκι».
Για μεγάλο διάστημα κανείς δεν ενδιαφερόταν. Οι απορρίψεις διαδέχονταν η μία την άλλη, μέχρι που δύο παραγωγοί τού πρόσφεραν μεγάλο χρηματικό ποσό για να αγοράσουν το σενάριο. Εκείνος αρνήθηκε, επιμένοντας σε έναν όρο: να υποδυθεί ο ίδιος τον πρωταγωνιστή. Αν και αρχικά οι παραγωγοί προτιμούσαν καταξιωμένους ηθοποιούς, όπως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ και ο Μπαρτ Ρέινολντς, τελικά υποχώρησαν. Ο Σταλόνε δέχθηκε πολύ λιγότερα χρήματα, αρκεί να κρατήσει τον ρόλο που είχε ονειρευτεί.
Η απόφαση αποδείχθηκε ιστορική. Το «Ρόκι», που γυρίστηκε μέσα σε μόλις 28 ημέρες με περιορισμένο προϋπολογισμό, εξελίχθηκε σε τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Έσπασε τα ταμεία, απέσπασε δέκα υποψηφιότητες για Όσκαρ και κέρδισε τρία χρυσά αγαλματίδια, ανάμεσά τους εκείνα της Καλύτερης Ταινίας και της Σκηνοθεσίας. Ο Σταλόνε έγινε μόλις ο τρίτος δημιουργός στην ιστορία, μετά τον Τσάρλι Τσάπλιν και τον Όρσον Γουέλς, που προτάθηκε ταυτόχρονα για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου και Πρωτότυπου Σεναρίου για την ίδια ταινία.

Με τα πρώτα μεγάλα χρήματα που απέκτησε, έκανε κάτι που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του. Επέστρεψε στο ίδιο κατάστημα όπου είχε αποχωριστεί τον Μπάτκους, περίμενε επί τρεις ημέρες μέχρι να βρει τον νέο ιδιοκτήτη του και τον αγόρασε πίσω, πληρώνοντας περίπου 15.000 δολάρια. Μάλιστα, ο αγαπημένος του σκύλος εμφανίστηκε και στο «Ρόκι», ως το κατοικίδιο που χαρίζει η Άντριαν στον Ρόκι Μπαλμπόα.
Η ιστορία του Σιλβέστερ Σταλόνε είναι η απόδειξη ότι πίσω από κάθε μεγάλη επιτυχία κρύβονται αμέτρητες αποτυχίες, επιμονή και πίστη στον στόχο. Και ίσως γι’ αυτό ο Ρόκι δεν ήταν ποτέ απλώς ένας κινηματογραφικός χαρακτήρας. Ήταν, στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο Σιλβέστερ Σταλόνε.
