Latest News

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Σκάνδαλο Έπσταϊν Ο πανικός για τα αρχεία που απειλούσε την προεδρία του Τραμπ

 


Για μήνες, ο Ντόναλντ Τραμπ έδειχνε πολιτικά ανίκητος, όπως περιγράφουν στο αποκλειστικό του δημοσίευμα οι Μάγκι Χάμπερμαν και Τζόναθαν Σουάν για τους... New York Times.

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε καταφέρει να επιβάλει την ατζέντα του στο μεταναστευτικό, είχε περάσει σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες και εμφανιζόταν κυρίαρχος στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Πίσω από τις κλειστές πόρτες του Λευκού Οίκου, όμως, οι κορυφαίοι συνεργάτες του αντιμετώπιζαν μια κρίση που απειλούσε να εξελιχθεί σε εφιάλτη για την προεδρία του. Ήταν τα αρχεία του Τζέφρι Έπσταϊν.

Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ των δημοσιογράφων των New York Times Μάγκι Χάμπερμαν και Τζόναθαν Σουάν, η υπόθεση με τον Έπσταϊν προκάλεσε αλλεπάλληλες συσκέψεις στην αίθουσα επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου, με στελέχη της κυβέρνησης να προσπαθούν να βρουν τρόπο να περιορίσουν τις πολιτικές ζημιές.

NYT: Η κρίση του Ιουλίου του 2025 και ο Έπσταϊν

Η κρίση ξέσπασε τον Ιούλιο του 2025, όταν το υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI δημοσίευσαν κοινό υπόμνημα στο οποίο ανέφεραν ότι δεν εντόπισαν καμία «λίστα πελατών» του Έπσταϊν. Αντί να βάλει τέλος στις θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφορούσαν επί χρόνια, η ανακοίνωση προκάλεσε οργή σε μεγάλο μέρος της βάσης του κινήματος MAGA, που πίστευε ότι η κυβέρνηση απέκρυπτε στοιχεία.

Την ίδια περίοδο, η Wall Street Journal ετοιμαζόταν να δημοσιεύσει αποκαλύψεις για τη σχέση του Τραμπ με τον Έπσταϊν. Οι προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ να αποτρέψει το δημοσίευμα απέτυχαν και οι συνεργάτες του βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια διπλή πρόκληση, αρχικά, να καθησυχάσουν τους υποστηρικτές τους και δεύτερον, δεν ήθελαν να ανοίξει ο δρόμος για νέες αποκαλύψεις.

Σε μία από τις πιο κρίσιμες συσκέψεις, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έπρεπε να δημοσιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα έγγραφα, ακόμη και όσα περιείχαν αναφορές στον Τραμπ. Κατά την άποψή του, η πλήρης διαφάνεια θα αφαιρούσε το οξυγόνο από τις θεωρίες συνωμοσίας και θα απέτρεπε μια μακροχρόνια πολιτική φθορά.

Οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι δεν συμμερίζονταν την άποψή του. Ανάμεσα στα σενάρια που συζητήθηκαν ήταν η δημοσιοποίηση καταθέσεων ενόρκων από παλαιότερες υποθέσεις του Έπσταϊν ή ακόμη και μια συνέντευξη της Γκισλέιν Μάξγουελ, συνεργάτιδας και πρώην συντρόφου του Έπσταϊν, από αξιωματούχους του υπουργείου Δικαιοσύνης.

NYT: Το σενάριο να δοθεί χάρη στη Μάξγουελ

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, εξετάστηκε ακόμη και το ενδεχόμενο να δοθεί χάρη ή μείωση ποινής στη Μάξγουελ με αντάλλαγμα τη συνεργασία της. Η ιδέα απορρίφθηκε γρήγορα, καθώς αρκετοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε τεράστιο πολιτικό κόστος.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο της Wall Street Journal, το οποίο αποκάλυπτε ότι ο Τραμπ είχε συμμετάσχει σε λεύκωμα γενεθλίων που είχε οργανώσει η Μάξγουελ για τον Έπσταϊν το 2003. Η δημοσίευση προκάλεσε συναγερμό στον Λευκό Οίκο και οδήγησε τον Αμερικναό πρόεδρο να ζητήσει δημόσια τη δημοσιοποίηση μέρους των δικαστικών εγγράφων της υπόθεσης.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τραμπ βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που η ίδια είχε εν μέρει δημιουργήσει. Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών, προσωπικότητες του κινήματος MAGA, ανάμεσά τους ο Κας Πατέλ, ο Νταν Μποντζίνο, ο Τάκερ Κάρλσον και άλλοι σχολιαστές, είχαν υποστηρίξει επανειλημμένα ότι η αμερικανική κυβέρνηση έκρυβε κρίσιμες πληροφορίες για τον Έπσταϊν και τους ισχυρούς φίλους του.

Όταν βρέθηκαν πλέον σε θέσεις εξουσίας, οι ίδιοι άνθρωποι κλήθηκαν να διαχειριστούν μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από αυτή που περιέγραφαν δημόσια.

Ιδιαίτερο πρόβλημα προκάλεσε η Γενική Εισαγγελέας των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι. Τον Φεβρουάριο του 2025 είχε αφήσει να εννοηθεί ότι υπήρχε «λίστα πελατών» του Έπσταϊν και ότι βρισκόταν στο γραφείο της προς εξέταση. Λίγες ημέρες αργότερα διοργάνωσε εκδήλωση στον Λευκό Οίκο, κατά την οποία διανεμήθηκαν σε δεξιούς influencers φάκελοι με υλικό που παρουσιάστηκε ως «τα αρχεία Έπσταϊν».

NYT: Αρκετές αναφορές στο όνομα του Τραμπ

Το πρόβλημα ήταν ότι τα περισσότερα έγγραφα είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί στο παρελθόν. Αντί να αποκαλύψουν νέα στοιχεία, οι φάκελοι δημιούργησαν ακόμη μεγαλύτερες προσδοκίες και τελικά ενίσχυσαν την αίσθηση ότι η κυβέρνηση αποκρύπτει πληροφορίες.

Καθώς η πίεση μεγάλωνε, το υπουργείο Δικαιοσύνης ολοκλήρωσε την ανασκόπηση εκατομμυρίων σελίδων σχετικών εγγράφων. Σύμφωνα με τις εσωτερικές ενημερώσεις προς τον Τραμπ, υπήρχαν αρκετές αναφορές στο όνομά του, αλλά τίποτα που να θεωρείται επιβαρυντικό ή να δικαιολογεί ποινική διερεύνηση.

Τον Ιούλιο του 2025 εκδόθηκε τελικά το επίμαχο υπόμνημα που δήλωνε ότι δεν υπάρχει «λίστα πελατών» και ότι δεν προέκυπταν στοιχεία για ευρύτερη συνωμοσία. Η αντίδραση ήταν εκρηκτική.

Ο Νταν Μποντζίνο, που στο παρελθόν είχε κατηγορήσει δημόσια το αμερικανικό κράτος για συγκάλυψη, φέρεται να εξοργίστηκε. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, κατηγόρησε ευθέως την Παμ Μπόντι ότι χειρίστηκε καταστροφικά την υπόθεση και ζήτησε την παραίτησή της.

Οι εντάσεις κορυφώθηκαν σε νέα σύσκεψη στον Λευκό Οίκο, όπου ο Μποντζίνο συγκρούστηκε ανοιχτά με την προσωπάρχη Σούζι Γουάιλς. Όταν του ζητήθηκε να στηρίξει τη γραμμή της κυβέρνησης, απάντησε ότι είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για τις συνέπειες και αποχώρησε οργισμένος από τη συνάντηση.

Την ίδια στιγμή, ο Βανς και ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ προειδοποιούσαν ότι η υπόθεση κινδύνευε να αποξενώσει ένα τμήμα των νεότερων ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει τον Τραμπ. Παρά τις ανησυχίες αυτές, ο ίδιος ο πρόεδρος φέρεται να μην ήθελε να δοθεί μεγαλύτερη δημοσιότητα στο θέμα και ζητούσε από τους συνεργάτες του να το αφήσουν πίσω τους.

Οι πιέσεις από το Κογκρέσο, ωστόσο, συνεχίστηκαν. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί βουλευτές ζήτησαν ευρύτερη δημοσιοποίηση εγγράφων, ενώ σταδιακά διαμορφώθηκε διακομματική πλειοψηφία υπέρ ενός νόμου που θα υποχρέωνε την κυβέρνηση να ανοίξει τα αρχεία.

Τελικά, στα τέλη του 2025, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με την αναπόφευκτη πραγματικότητα. Εκατομμύρια σελίδες εγγράφων δημοσιοποιήθηκαν, περιλαμβάνοντας χιλιάδες αναφορές σε πολιτικά πρόσωπα, επιχειρηματίες και άλλες δημόσιες προσωπικότητες.

Παρά το γεγονός ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες επέμειναν πως δεν βρέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένης συνωμοσίας ή μυστικής λίστας πελατών, η πολιτική ζημιά είχε ήδη γίνει.

Όπως καταλήγουν οι New York Times, η υπόθεση αποκάλυψε τα όρια της πολιτικής επιρροής του Τραμπ. Παρά τη δύναμή του μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και τον έλεγχό του στον κρατικό μηχανισμό, δεν κατάφερε να εξαφανίσει το ζήτημα που για μήνες κυριαρχούσε στις συζητήσεις των ίδιων των υποστηρικτών του.