Ο πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Τζον Μπόλτον, δήλωσε ένοχος ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου την Παρασκευή, για πλημμελή διαχείριση ευαίσθητων πληροφοριών εθνικής ασφάλειας, που σχετίζονταν με την εργασία του κατά την πρώτη κυβέρνηση του... Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Μπόλτον, ο οποίος υπηρέτησε ως σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου κατά την πρώτη προεδρική θητεία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και έκτοτε έχει εξελιχθεί σε έναν από τους συχνότερους επικριτές του, εμφανίστηκε το πρωί της Παρασκευής ενώπιον του δικαστή Θίοντορ Ντ. Τσουάνγκ στο Γκρίνμπελτ της πολιτείας του Μέριλαντ. Ο Τσουάνγκ είχε διοριστεί από τον τότε πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα.
Ο Μπόλτον δήλωσε ένοχος για μία κατηγορία μη εξουσιοδοτημένης διατήρησης πληροφοριών που αφορούσε την εθνική άμυνα, από τις συνολικά 18 κατηγορίες που του είχαν αρχικά απαγγελθεί. Αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως και 60 μηνών και έχει συμφωνήσει να καταβάλει 2,25 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τους εισαγγελείς. Η επιμέτρηση της ποινής του έχει οριστεί για τις 28 Οκτωβρίου.
Ο ίδιος περιέγραψε τις πληροφορίες εθνικής ασφάλειας που διατήρησε ως μία ηλεκτρονική καταχώριση ημερολογίου, την οποία είχε μοιραστεί με δύο μέλη της οικογένειάς του.
Τζον Μπόλτον: Αντιμετώπιζε ποινή φυλάκισης έως και 10 ετών
Ο Μπόλτον παραπέμφθηκε αρχικά τον Οκτώβριο του 2025, αντιμετωπίζοντας οκτώ κατηγορίες για διαβίβαση πληροφοριών σχετικών με την εθνική άμυνα και 10 κατηγορίες για διατήρηση τέτοιων πληροφοριών.
Αρχικά είχε δηλώσει αθώος για τις κατηγορίες και αντιμετώπιζε ποινή φυλάκισης έως και 10 ετών, πρόστιμο 250.000 δολαρίων για κάθε κατηγορία, καθώς και τρία έτη ειδικής επιτήρησης μετά την αποφυλάκισή του.
Κατά τη διαδικασία της Παρασκευής, ο δικαστής Τσουάνγκ επανέλαβε τις αρχικές κατηγορίες της υπόθεσης και ρώτησε τον Μπόλτον εάν δήλωνε ένοχος μόνο για τη δωδέκατη κατηγορία. «Ναι, αξιότιμε δικαστά», απάντησε ο Μπόλτον ενώπιον του δικαστηρίου.
Ο συνήγορός του, Άμπε Λόουελ, είχε δηλώσει πέρυσι ότι ο πελάτης του δεν παραβίασε τον νόμο.
«Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αυτής είχαν διερευνηθεί και διευθετηθεί πριν από χρόνια», είχε αναφέρει ο Λόουελ. «Οι κατηγορίες βασίζονται σε αποσπάσματα από τα προσωπικά ημερολόγια του πρέσβη Μπόλτον κατά τη διάρκεια της 45χρονης καριέρας του, αρχεία που δεν είναι διαβαθμισμένα, κοινοποιήθηκαν μόνο στα άμεσα μέλη της οικογένειάς του και ήταν γνωστά στο FBI ήδη από το 2021».
Το περασμένο φθινόπωρο, ο Μπόλτον έγινε ο τρίτος επικριτής του Τραμπ που βρέθηκε αντιμέτωπος με κατηγορίες από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, το οποίο άσκησε επίσης ξεχωριστές διώξεις κατά της γενικής εισαγγελέως της πολιτείας της Νέας Υόρκης, Λετίσια Τζέιμς, για φερόμενη ενυπόθηκη απάτη, και του πρώην διευθυντή του FBI, Τζέιμς Κόμεϊ, για ψευδή κατάθεση στο Κογκρέσο.
Αφού ομοσπονδιακός δικαστής απέρριψε τις κατηγορίες κατά της Τζέιμς, το υπουργείο Δικαιοσύνης απέτυχε δύο φορές να της απαγγείλει εκ νέου κατηγορίες. Η αρχική υπόθεση κατά του Κόμεϊ επίσης απορρίφθηκε, ωστόσο τον Απρίλιο του απαγγέλθηκαν εκ νέου κατηγορίες, αυτή τη φορά για απειλή κατά της ζωής του Τραμπ μέσω ανάρτησης φωτογραφίας με κοχύλια στο Instagram. Τόσο η Τζέιμς όσο και ο Κόμεϊ, των οποίων οι δίκες έχουν προγραμματιστεί να ξεκινήσουν τον Οκτώβριο, αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.
