Νέο επεισόδιο στον στρατηγικό ανταγωνισμό μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας πυροδοτεί η απόφαση του Πενταγώνου να εντάξει δεκάδες κινεζικές εταιρείες σε κατάλογο επιχειρήσεων που θεωρεί ότι έχουν δεσμούς με τον... κινεζικό στρατό.
Ανάμεσα στα ονόματα που ξεχωρίζουν βρίσκονται οι τεχνολογικοί κολοσσοί Alibaba και Baidu, αλλά και οι κορυφαίες εταιρείες ηλεκτρικών οχημάτων BYD και NIO. Στη λίστα προστέθηκαν επίσης εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, ρομποτικής, βιοτεχνολογίας και παραγωγής ημιαγωγών, γεγονός που δείχνει ότι η Ουάσιγκτον διευρύνει το πεδίο ελέγχου της απέναντι στην κινεζική βιομηχανία.
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, οι εταιρείες αυτές θεωρείται ότι συμβάλλουν, άμεσα ή έμμεσα, στην ενίσχυση των στρατιωτικών και βιομηχανικών δυνατοτήτων της Κίνας. Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου προσπαθούν να διατηρήσουν εύθραυστες ισορροπίες στις εμπορικές και πολιτικές τους σχέσεις.
Το Πεκίνο αντέδρασε έντονα, κατηγορώντας τις ΗΠΑ για πολιτικά υποκινούμενη προσπάθεια περιορισμού των κινεζικών επιχειρήσεων. Εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών έκανε λόγο για «διακριτική και κατασταλτική πρακτική», διαμηνύοντας ότι η Κίνα θα λάβει μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των εταιρειών της.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις που βρέθηκαν στη λίστα απορρίπτουν κατηγορηματικά κάθε σύνδεση με τον κινεζικό στρατό. Η Alibaba χαρακτήρισε την απόφαση αβάσιμη, ενώ η Baidu ανακοίνωσε ότι θα εξετάσει νομικές ενέργειες για την απομάκρυνσή της από τον κατάλογο. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η BYD, η οποία δήλωσε ότι θα αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο νομικό μέσο για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.
Αν και η ένταξη στη συγκεκριμένη λίστα δεν συνεπάγεται άμεσες κυρώσεις, οι επιπτώσεις δεν θεωρούνται αμελητέες. Από τα τέλη Ιουνίου, το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας δεν θα μπορεί να συνάπτει νέες συμβάσεις με τις συγκεκριμένες εταιρείες, ενώ από το 2027 θα απαγορεύονται και οι προμήθειες προϊόντων ή υπηρεσιών τους μέσω τρίτων προμηθευτών.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η κίνηση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή στην αμερικανική στρατηγική. Όπως επισημαίνουν, η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει πλέον μεμονωμένες κινεζικές εταιρείες ως εμπορικούς ανταγωνιστές, αλλά θεωρεί ολόκληρο το κινεζικό τεχνολογικό οικοσύστημα μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με το Πεκίνο.
Η εξέλιξη αναμένεται να εντείνει περαιτέρω την πίεση στις ήδη τεταμένες σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας, με το τεχνολογικό και βιομηχανικό πεδίο να μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε βασικό μέτωπο του ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων.
