Η αμερικανική κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι οι ΗΠΑ «πρέπει» να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας και αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα προχωρήσει «με τον έναν ή τον άλλον τρόπο», ακόμη κι αν η πλευρά του νησιού... δεν συμφωνεί.
Η στάση αυτή φέρνει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ σε δύσκολη θέση, καθώς η Γροιλανδία είναι αυτοδιοικούμενο τμήμα της Δανίας, δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά καλύπτεται από τις εγγυήσεις της Συμμαχίας μέσω της δανικής συμμετοχής.
Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν υπερασπιστεί δημόσια την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα, καθώς και το δικαίωμα Δανίας και Γροιλανδίας να αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους. Αυτό που δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, όμως, είναι μια καθαρή γραμμή για το πώς θα αποτραπεί μια κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ ή πώς θα αντιδρούσε η Ευρώπη αν η πίεση μετατρεπόταν σε πράξη.
Στις επιλογές που συζητούνται περιλαμβάνεται πρώτα η διπλωματία, μαζί με κινήσεις που να απαντούν στο επιχείρημα της ασφάλειας στην Αρκτική. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, αναμένεται να συναντηθεί την Τετάρτη με τους υπουργούς Εξωτερικών της Δανίας και της Γροιλανδίας, ενώ ήδη έχουν ξεκινήσει επαφές με Αμερικανούς βουλευτές τόσο από τη δανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον όσο και από την εκπροσώπηση της Γροιλανδίας.
Η δανική πλευρά σκοπεύει να υπενθυμίσει ότι υπάρχει ήδη διμερής συμφωνία άμυνας με τις ΗΠΑ, από το 1951, η οποία έχει επικαιροποιηθεί και επιτρέπει σημαντική διεύρυνση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί, ακόμη και με νέες βάσεις. Ταυτόχρονα, το επιχείρημα που απευθύνεται σε Ρεπουμπλικάνους εκτός του στενού κύκλου του Τραμπ είναι ότι ένα επεισόδιο μεταξύ συμμάχων για τη Γροιλανδία θα συνιστούσε πλήγμα για το ίδιο το ΝΑΤΟ.
Διπλωματία και αυξημένη ασφάλεια στην Αρκτική
Στο ίδιο πλαίσιο, στο ΝΑΤΟ συζητείται και μια πιο «χειροπιαστή» απάντηση, με ενίσχυση της παρουσίας και των δαπανών στην Αρκτική. Σύμφωνα με όσα μεταφέρονται, οι πρεσβευτές των κρατών-μελών στις Βρυξέλλες συμφώνησαν κατ’ αρχήν ότι η Συμμαχία θα πρέπει να αυξήσει το στρατιωτικό της αποτύπωμα στον Βορρά, με περισσότερο εξοπλισμό και περισσότερες, μεγαλύτερης κλίμακας ασκήσεις. Η σκέψη είναι ότι μια συντονισμένη δυτική κίνηση για την εξωτερική ασφάλεια της Γροιλανδίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως η λιγότερο «επώδυνη» έξοδος από την κρίση, ακόμη κι αν οι ισχυρισμοί του Τραμπ ότι η περιοχή έχει γεμίσει ρωσικά και κινεζικά πλοία θεωρούνται υπερβολικοί.
Από πλευράς ΕΕ, έχει πέσει στο τραπέζι το ενδεχόμενο να στηθεί μια αποστολή με μοντέλο αντίστοιχο του Baltic Sentry, της ΝΑΤΟϊκής επιχείρησης που ξεκίνησε πέρυσι για την προστασία κρίσιμων υποδομών στη Βαλτική. Στο ίδιο σκεπτικό εντάσσεται και το Eastern Sentry, που επεκτείνει την ιδέα σε πιο γενική θωράκιση της ανατολικής πτέρυγας από απειλές όπως τα drones.
Οικονομικές κυρώσεις
Η δεύτερη μεγάλη κατηγορία επιλογών αφορά τα οικονομικά αντίμετρα. Θεωρητικά, η ΕΕ διαθέτει σημαντική ισχύ απέναντι στις ΗΠΑ, ως αγορά 450 εκατομμυρίων καταναλωτών, και θα μπορούσε να απειλήσει με κινήσεις που θα έφταναν από περιορισμούς στην παρουσία αμερικανικών βάσεων στην Ευρώπη μέχρι μέτρα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Το εργαλείο που συζητείται περισσότερο είναι ο μηχανισμός κατά του οικονομικού εξαναγκασμού, το λεγόμενο anti-coercion instrument, που δίνει στην Κομισιόν τη δυνατότητα να επιβάλει περιορισμούς σε αμερικανικά προϊόντα και υπηρεσίες, δασμούς, εμπόδια σε επενδύσεις ή ακόμη και παρεμβάσεις σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.
Το πρόβλημα, όπως περιγράφεται από ευρωπαϊκές πηγές, είναι ότι για να ενεργοποιηθεί ένα τέτοιο «βαρύ» εργαλείο θα έπρεπε να υπάρξει πολιτική συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών. Και μέχρι σήμερα, η διάθεση να ανοίξει μια σύγκρουση με την Ουάσιγκτον εμφανίζεται περιορισμένη, ιδίως λόγω του οικονομικού κόστους και με δεδομένη την ανάγκη να παραμείνουν οι ΗΠΑ «μέσα» στο ουκρανικό μέτωπο. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή εξάρτηση από αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, από δεδομένα και λογισμικό μέχρι κρίσιμες ενημερώσεις σε τομείς που αγγίζουν και την άμυνα, θεωρείται αδύναμο σημείο σε οποιαδήποτε κλιμάκωση.
Μια τρίτη επιλογή που εξετάζεται είναι να «αντιπαρατεθεί» η ευρωπαϊκή πλευρά στο αμερικανικό αφήγημα με πιο συγκεκριμένες επενδύσεις στη Γροιλανδία. Η οικονομία του νησιού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ετήσιες επιχορηγήσεις της Δανίας, ύψους περίπου 4 δισ. κορωνών, οι οποίες καλύπτουν περίπου το μισό του δημόσιου προϋπολογισμού και αντιστοιχούν σε περίπου ένα πέμπτο του ΑΕΠ. Η ευρωπαϊκή πλευρά εξετάζει αν μπορεί να αντιπαραθέσει στις υποσχέσεις Τραμπ δικές της επενδύσεις, ώστε η Γροιλανδία να μη βρεθεί σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από τις ΗΠΑ, ειδικά αν στο μέλλον κινηθεί προς μεγαλύτερη αυτονομία από τη Δανία.

Ευρωπαϊκές επενδύσεις στη Γροιλανδία
Σε αυτό το σκεπτικό εντάσσεται και πρόταση της Κομισιόν που, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, είχε διατυπωθεί από τον Σεπτέμβριο και προέβλεπε διπλασιασμό των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων ώστε να προσεγγίσουν το ύψος της δανικής επιχορήγησης, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα πρόσβασης σε επιπλέον ευρωπαϊκά κονδύλια για συνδεδεμένες, απομακρυσμένες περιοχές. Το αν η ΕΕ μπορεί να «ανταγωνιστεί» την Ουάσιγκτον σε μεγέθη είναι αμφίβολο, αλλά επισημαίνεται ότι η Γροιλανδία ενδεχομένως να μην επιθυμεί να ανοίξει τον δρόμο σε πιεστικές αμερικανικές επιχειρηματικές πρακτικές και να θυσιάσει ένα σκανδιναβικού τύπου κοινωνικό κράτος.
Υπάρχει, τέλος, και η πιο «σκληρή» επιλογή που συζητείται σε ορισμένους ευρωπαϊκούς κύκλους, η αποστολή στρατευμάτων στη Γροιλανδία με ευρωπαϊκή σημαία, σε συνεννόηση με την Κοπεγχάγη και το Νουούκ. Η λογική είναι ότι όλα τα προηγούμενα, διπλωματία, ΝΑΤΟϊκές κινήσεις και οικονομικές δεσμεύσεις, χρειάζονται χρόνο. Και δεν είναι βέβαιο ότι θα αρκούσαν για να κλείσουν οριστικά το θέμα, αν ο Τραμπ θεωρεί ότι η «ιδιοκτησία» του νησιού είναι πολιτικά και συμβολικά απαραίτητη.
Η στρατιωτική επιλογή
Σε ανάλυση που κατατέθηκε σε ευρωπαϊκό think tank, υποστηρίζεται ότι η ΕΕ θα πρέπει να κινηθεί προληπτικά και να προστατεύσει τη Γροιλανδία από έναν αμερικανικό επεκτατισμό, ενεργοποιώντας την ικανότητα ταχείας ανάπτυξης δυνάμεων που έχει συγκροτήσει. Η πρόταση προβλέπει την αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων στο νησί ως σαφές σήμα ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει την εδαφική του ακεραιότητα ως ζήτημα αρχής.
Το επιχείρημα δεν είναι ότι μια τέτοια κίνηση θα απέτρεπε αυτομάτως μια απόπειρα προσάρτησης. Είναι ότι θα την καθιστούσε πολύ πιο δύσκολη, πολιτικά και πρακτικά. Το σενάριο που περιγράφεται είναι πως, ακόμη και χωρίς ένοπλη σύγκρουση, η εικόνα αμερικανικών δυνάμεων να συλλαμβάνουν στρατιώτες συμμάχων θα δημιουργούσε σοβαρό κόστος για την αξιοπιστία των ΗΠΑ και θα άνοιγε εσωτερική συζήτηση στην αμερικανική πολιτική σκηνή.
Την ίδια ώρα, στο Βερολίνο υπάρχουν ενδείξεις ότι εξετάζονται σχέδια αποτροπής σε περίπτωση που οι ΗΠΑ επιχειρούσαν να κινηθούν μονομερώς, ενώ από τη γαλλική πλευρά έχει κατά καιρούς τεθεί η ιδέα αποστολής στρατιωτικού αποσπάσματος. Η ευρωπαϊκή ικανότητα ταχείας ανάπτυξης είναι ένα πλαίσιο που επιτρέπει τη συγκρότηση δύναμης έως 5.000 στρατιωτών από διαφορετικά κράτη-μέλη υπό ενιαία διοίκηση, για αποστολές διαχείρισης κρίσεων εκτός ΕΕ.
Υποστηρικτές αυτής της γραμμής εκτιμούν ότι μια τέτοια παρουσία θα μπορούσε να επηρεάσει τους αμερικανικούς υπολογισμούς. Όχι επειδή μια σύγκρουση ΗΠΑ–ΕΕ θεωρείται πιθανή ή «κερδήσιμη» για οποιονδήποτε, αλλά επειδή ακόμη και ένα περιορισμένο στρατιωτικό επεισόδιο θα είχε ευρύτερες συνέπειες για την αμυντική συνεργασία, τις αγορές και τη διεθνή αξιοπιστία της Ουάσιγκτον. Αυτό, λένε, είναι που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματικό αντικίνητρο και να κάνει τον Τραμπ να το ξανασκεφτεί.
