Latest News

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

Διονύσης Σαββόπουλος: Έλληνες καλλιτέχνες αποχαιρετούν τον σπουδαίο τραγουδοποιό: «Αντίο μάγε της σκηνής»

 


Ο Διονύσης Σαββόπουλος έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Τρίτης, σκορπίζοντας θλίψη αλλά αφήνοντας πίσω του μια... ανεξίτηλη μουσική παρακαταθήκη.

Ο κορυφαίος Έλληνας τραγουδοποιός τις τελευταίες ημέρες νοσηλεύονταν νοσοκομείο Υγεία, όπου λίγο μετά τις 21:00 το βράδυ της Τρίτης, πέθανε έπειτα από ανακοπή.

Λίγες ώρες μετά είδηση του θανάτου ενός εκ των σημαντικότερων δημιουργών της σύγχρονης ελληνικής μουσικής, που σημάδεψε και έντυσε γενιές με τη μουσική του, Έλληνες καλλιτέχνες οι οποίοι συνεργάστηκαν και έζησαν τον Διονύση Σαββόπουλο, τον αποχαιρετούν με τον δικό τους τρόπο.

«Διονύση μου δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω, πονάει ο χαμός σου. Σε ευχαριστώ για το καλωσόρισμα, για την μαγεία που ζήσαμε, για όλα όσα μου έδωσες, για όλα όσα μου έμαθες», ανέφερε σε ανάρτησή της στο Instagram η Ελευθερία Αρβανιτάκη, αποχαιρετώντας τον με μία κοινή τους φωτογραφία.

«Αντίο ήρωά μου, αντίο μάγε της σκηνής, αντίο σπουδαίε δημιουργέ. Το έργο σου στα τιμαλφή του πολιτισμού μας και σίγουρα στα δικά μου τιμαλφή», κατέληξε στη λεζάντα της ανάρτησης.

Στη συνέχεια με δική της ανάρτηση στα social media, το δικό της αντίο στον Διονύση Σαββόπουλο θέλησε να πει και η Άλκηστις Πρωτοψάλτη. «Διονύση μου καλλιτέχνη μου. Τι βόμβα έσκασε στην ψυχή μου μόλις προσγειώθηκα στο Καναδά. Άφησες Τεράστια παρακαταθήκη. Σε ευχαριστώ για ο, τι έζησα μαζί σου, κόσμημα στην ψυχή μου. Λυπάμαι αφάνταστα που δε θα σε αποχαιρετήσω...ούτως ή άλλως δε μου αρέσουν οι αποχαιρετισμοί με κόσμο. Θα ζεις στην καρδιά μου», ήταν κάποια από τα λόγια στην ανάρτησή της.

«Ακούστε / When you conceive and condense the essence of human life in the times that you live and you return. It to your fellow humans,mirroring but at the same time elevating them / Χαίρε Διονύση!» ανέφερε σε δική του ανάρτηση ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, συνοδεύοντας την με ένα τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου.

Με τη σειρά της, η Χάρις Αλεξίου αποχαιρέτησε τον σπουδαίο καλλιτέχνη, σημειώνοντας στην ανάρτησή της «είναι τεράστιο το πένθος για την απώλειά σου λατρευτέ μας. Η απουσία σου θα μας στοιχίσει αφάνταστα. Θέλω να σου πω χιλιάδες ευχαριστώ για την τροφή που έδωσες στο πνεύμα και στον λόγο μας. Κρατώ στην αγκαλιά μου το έργο σου και ό,τι υπήρξες, σαν φάρο στα σκοτάδια μου».

«Πριν από λίγη ώρα το πληροφορήθηκα και σοκαρίστηκα πραγματικά. Είναι ο κύκλος της ζωής αυτός, αλλά από μερικούς που νομίζεις ότι είναι αθάνατοι, δεν θα φύγουν ποτέ, δεν θα πεθάνουν ποτέ. Μία τρομερή απώλεια για τα μουσικά πράγματα της Ελλάδος», δήλωσε από την πλευρά της η Γλυκερία μιλώντας στο Πρωινό του ΑΝΤ1, λίγες ώρες μετά τον θάνατό του.

Παράλληλα και ο Γιώργος Νταλάρας, με δική του ανάρτηση στα social media αποχαιρέτησε τον Διονύση Σαββόπουλο, γράφοντας χαρακτηριστικά «θλίψη βαθιά...τώρα μόνο σιωπή».

«Ευχαριστώ "δάσκαλε" για τις πρώτες κουβέντες και συμβουλές όταν με δέχτηκες στο σπίτι σου την άνοιξη του 87. Οι ουρανοί απόψε φωνάζουν "ζήτω το ελληνικό τραγούδι"» ήταν τα λόγια του Γιώργου Θεοφάνους, ο οποίος θέλησε με μία κοινή τους φωτογραφία να πει «αντίο» στον κορυφαίο τραγουδοποιό.

«Σήμερα αποχαιρετάμε έναν θρύλο. Έναν άνθρωπο που σημάδεψε τη διαδρομή μου. Για εμένα έναν συνεργάτη, έναν φίλο που πίστεψε σε εμένα όταν λίγοι το έκαναν. Ευγνώμων για όλα. Κύριε Διονύση ευχαριστώ και ευχαριστούμε για όλα. Να ‘ναι χρυσός ο παράδεισος», ανέφερε από την πλευρά της και η Klavdia.

«Αντίο μάγε της σκηνής» - Έλληνες καλλιτέχνες αποχαιρετούν τον σπουδαίο Διονύση ΣαββόπουλοFacebook 



Με ένα συγκινητικό και λυρικό κείμενο αποχαιρέτησε ο Φοίβος Δεληβοριάς τον Διονύση Σαββόπουλο, τον καλλιτέχνη που καθόρισε τη συνείδηση και την πορεία μιας... ολόκληρης γενιάς δημιουργών. 

Ο Δεληβοριάς, εμφανώς συγκλονισμένος, μιλά για τον Σαββόπουλο ως έναν ποιητή, μύστη και «κανονικό τρελό», έναν άνθρωπο που ένωνε τα αντίθετα και περιείχε «όλους μας».

«Ο Σαββόπουλος μας περιείχε όλους. Είπε ένα τραγούδι για τον καθέναν από μας», γράφει ο τραγουδοποιός, εξηγώντας πως όσοι κάποτε ένιωσαν προδομένοι από εκείνον, το έκαναν επειδή «ήταν σίγουροι ότι τραγουδά μόνο για εκείνους». Για τον Δεληβοριά, ο Σαββόπουλος υπήρξε ένα ιερό αμφίβιο, ένας καλλιτέχνης που άγγιζε «και την εδώ ζωή και την επέκεινα», με έργο που συνδύαζε την ποίηση, τη μουσική και τη φιλοσοφία σε ένα σπάνιο μείγμα ελευθερίας και πάθους.

Ο ίδιος θυμάται την πρώτη του προσωπική επαφή μαζί του, 15 ετών, στην παράσταση του «Κουρέματος» στο ΖΟΟΜ, όπου είδε τον Σαββόπουλο «να διαπομπεύεται και να τραγουδά με αποτρόπαιη τιμιότητα». Από τότε, όπως σημειώνει, τον αγάπησε ακόμα περισσότερο, για το θάρρος του να δείξει «ποιος ήταν και ποιος είχε γίνει».

Ο Δεληβοριάς αναφέρεται και στις συνεργασίες τους, στις παραστάσεις στη Σφεντόνα και στην Ταράτσα του Φοίβου, όπου ο Σαββόπουλος επέλεξε να τραγουδήσει άλλους δημιουργούς, λέγοντας: «Πάντα ήθελα να ήμουν οι άλλοι». Τον περιγράφει ως παιδί-σοφό, γενναιόδωρο, με μια ενέργεια που τον καθιστούσε αξεπέραστο.

Κλείνοντας, ο Φοίβος Δεληβοριάς μιλά για τη βαθιά επιρροή που άσκησε πάνω του και σε όλους τους νεότερους καλλιτέχνες: «Εμείς που γράψαμε ύστερα απ’ αυτόν, μάθαμε ότι είμαστε οι εαυτοί μας μέσα από τα δικά του τραγούδια».

Και αποχαιρετά τον Σαββόπουλο με λόγια γεμάτα αγάπη: «Θα σου χρωστώ για πάντα όλο τον εαυτό μου  κι αυτόν που λέω πως έχω κι εκείνον που δεν ξέρω ακόμα».

Η ανάρτηση του Φοίβου Δεληβοριά

«Αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά, δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να μου δώσεις». Γιατί μπορεί να προετοιμαζόμουν καιρό γι’ αυτή την αναχώρηση -τις τελευταίες μέρες κιόλας την αισθανόμουν κάτω από κάθε βήμα που άκουγα- να όμως που ήμουν εντελώς απροετοίμαστος. Κάθομαι, λοιπόν -με την καρδιά μου να «αιμορραγεί σαν τον ουρανό»- να βγάλω λίγο από το χρέος, να αγγίξω λίγη από την ομορφιά, να νιώσω κάτι απ’ την πληγή, ν’ αφουγκραστώ λιγάκι απ’ την μεγάλη γιορτή που σε τόσα τραγούδια του ονειρεύτηκε. Αυτήν που «ο Όλιβερ Τουίστ και ο Αδόλφος», «ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ και ένας hippie», «η Παρθένα και ο Σατανάς» «πίνουν από το ίδιο το ποτήρι» και «πετούν αγκαλιασμένοι μακριά».

Ο Σαββόπουλος μας περιείχε όλους. Είπε ένα τραγούδι για τον καθέναν από μας. Αν αισθάνθηκαν κάποιοι άνθρωποι προδομένοι από κείνον, ήταν επειδή ήταν τόσο σίγουροι ότι τραγουδάει για κείνους μόνο –και, έκπληκτοι, την επόμενη μέρα, ανακάλυπταν πως το επόμενο τραγούδι του μιλούσε και για τον διπλανό τους, τον αντίθετό τους.

Παρέες παιδιών του 114, παρέες ροκάδων, γενναίοι του αντιδικτατορικού αγώνα, αριστεροί και πληγωμένοι απ’ την αριστερά, ιερείς, αποσυνάγωγοι του ’70 και φλώροι του ‘90, όλοι λίγο-πολύ (χώρια όμως ο ένας απ’ τον άλλον) περπάτησαν μια νύχτα μέχρι το ξημέρωμα, αναλύοντας κάποιον στίχο του, ταυτιζόμενοι ή διαφωνώντας με μιαν επιλογή του, αγγίζοντας για μια στιγμή το νόημα που πάντα υποψιάζονταν από μικροί, εκείνος όμως τους το είχε κάνει τόσο άμεσο.

Γιατί τι πιο άμεσο απ’ το «Φορτηγό», το «Περιβόλι», το «Βρώμικο Ψωμί», τους «Αχαρνής» και τη «Ρεζέρβα» και τα «Τραπεζάκια»; Όλα πράγματα σύνθετα και απρόσιτα, δύσκολα σαν τον τραυλό στον «Μπάλλο», σαν το «παραλήρημα της χώρας σου που αυξάνει» στο «Μυστικό Τοπίο», σαν τα ανάποδα φλάουτα στην «Μαύρη Θάλασσα», σαν τα ακόρντα και τα στοιχειωμένα στιχουργικά μέτρα στο «Μακρύ Ζεϊμπέκικο». Κι όμως, όλα να χτυπάνε κατ’ ευθείαν κέντρο. Ποιητικό κέντρο, μουσικό κέντρο, φιλοσοφικό, πνευματικό. Ανθρώπινο και πέρα από τον άνθρωπο.

Ένα ιερό αμφίβιο είναι το έργο του Σαββόπουλου, κάτι που ακουμπούσε και στην εδώ ζωή και στην επέκεινα. Κι αυτός ένας κανονικός τρελός, ο πιο τρελός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ, ένας απρόσιτος με μάτια που δεν έβλεπαν εδώ, έτοιμος κάθε στιγμή να καταστρέψει τη ζωή, να τη ρεζιλέψει και να τη χάσει μέσα από τα χέρια του, για να τη λατρέψει το ίδιο βράδυ στη σκηνή, με ένα δόσιμο ακαταμάχητης τρυφερότητας και πάθους.

Είχα την περίεργη τύχη, 15χρονος, να δω την απόλυτη, σκληρή απογύμνωση και διαπόμπευσή του στο «Κούρεμα» στο ΖΟΟΜ της Πλάκας. Κόσμος ελάχιστος, ορκισμένων πρώην θαυμαστών του, που του πετούσε δεκάρικα και τον έβριζε, ενώ εκείνος, κουρεμένος, με μια εικόνα μέσου ανθρώπου περιέργως αποκρουστική στο ερωτευμένο με την τέχνη του ασυνείδητό μας, τραγουδούσε το «Εμείς του ‘60» και τους «Κωλοέλληνες» και έβαζε την Αρβανιτάκη με δυο όργανα να λέει αμέσως μετά το «Γεννήθηκα για να πονώ και για να τυραννιέμαι».

Εκεί τον αγάπησα ακόμα πιο πολύ, δεν αισθάνθηκα καμιά «προδοσία» στην συμπεριφορά του. Αντίθετα, αισθάνθηκα μιαν αποτρόπαιη τιμιότητα. Έδειχνε στους ανθρώπους του ποιος ήταν και ποιος είχε γίνει, ποιοι ήταν στο όνειρό τους και ποιοι ήταν στον καθρέφτη τους. Και δεν ήταν καθόλου ωραίο αυτό. Κυρίως γιατί μέσα στην βίαιη αυτή πράξη τα τραγούδια του είχαν γίνει λίγο σα δηλώσεις, σαν εκθέσεις ιδεών, μέσα σε όλα όσα είχε «κουρέψει» ήταν η ποιητική του απόλυτη ελευθερία.

Κι όμως και μέσα στο ύστερο έργο του, αυτό που έπεται του περίεργου αυτού «αποχαιρετισμού» στον νεανικό εαυτό του, υπάρχουν στιγμές που δεν γίνεται να συγκριθούν με τίποτε άλλο, κανενός άλλου. Η πρόζα στον «Μονομάχο», το «Φως στις 10 το πρωί» , ο «Χρονοποιός». Καθαρόαιμα, ουρανοπρεπή αριστουργήματα. Και φυσικά, καθόλου αταίριαστα με τη θυσία του.

Από μιαν άλλη «ευλογία που αγνοώ» τον έζησα πολύ κι από κοντά. Δουλέψαμε μαζί ολόκληρες σεζόν, μικρός συνοδοιπόρος του εγώ το ’96 στη «Σφεντόνα» και στην καλοκαιρινή του περιοδεία, καλεσμένος μου κι αυτός 3 σεζόν στην «Ταράτσα». Την 2η μάλιστα σεζόν του έδωσα τον χώρο για 6 Δευτέρες για να κάνει ό,τι πιο δικό του ήθελε. Μου λέει «Θα κάνω ό,τι πιο δικό μου: θα πω τραγούδια άλλων. Πάντα ήθελα να ήμουνα οι άλλοι. Ήταν όπως εγώ, αλλά ωραίοι». Κι έκανε ένα πρόγραμμα πραγματικά συγκινητικό, όπου τραγούδησε από Μάρκο σε Μίκη κι από Κραουνάκη σε Μάλαμα και Παπακωνσταντίνου με μια δική του, βραχνιασμένη παιδικότητα. «Όλα εκείνα που αγαπώ ειν’ αλλονών κι αλλιώς φαντάζουν».

Κι όμως , εμείς που γράψαμε ύστερα απ’ αυτόν, μάθαμε ότι είμαστε οι εαυτοί μας μέσα απ’ τα δικά του τραγούδια. Ήταν σαν κι αυτούς τους gamers που έχουνε φτάσει το παιχνίδι ως το τέλος και συναντάς τα χνάρια τους σε κάθε πίστα, και τους ρωτάς κάθε φορά πώς τα κατάφεραν. Όταν τον ρωτούσα, γινόταν ξαφνικά παιδί. Ήθελε, αίφνης, να μου τα χαρίσει όλα. Και πιστεύω το ίδιο θα έζησαν κι ένα σωρό «νεοι κανταδόροι», όπως υπέροχα αποκαλούσε τους νεαρούς συντρόφους του στους «Αχαρνής».

Διαφώνησα μαζί του; Μα φυσικά, πολλές φορές, όπως με όλους τους ανθρώπους που αγάπησα. Πολλά πράγματα στα οποία εκείνος έβλεπε μια ελπίδα, εγώ τα έβρισκα δυσοίωνα, κουμπωνόμουν. Δεν διανοήθηκα, όμως, ποτέ να τον κανιβαλίσω. Γιατί ήταν μια ιδιοφυία, ένας αληθινός καλλιτέχνης που έλεγε τη γνώμη του, πληρώνοντας το κόστος με τον ίδιο του τον θρόνο. Και γιατί το έργο του, το φωτεινό του έργο, δεν ήταν και δεν είναι μια εφήμερη γνώμη, δικιά του ή δικιά μας. Ήταν βγαλμένο απ’ το αίμα της καρδιάς, απ’ τον «ουρανό που αιμορραγεί» και «μας αθωώνει».

Έτυχε πριν δυο μέρες να αναρτήσω εδώ ένα κείμενο για τα 100χρονα του Μάνου Χατζιδάκι. Να, λοιπόν, που ο πανδαμάτωρ χρόνος με κάνει να αναρτώ δίπλα του ακριβώς ένα κείμενο για κείνον. Και είναι τόσο ωραία ταιριαστό να τους βλέπω ξανά δίπλα-δίπλα, τον έναν πλάϊ στον άλλον, όπως τους είδα κάποτε και ζωντανά. Και αυτή η κοινή ζωή που ένωσε κι εμένανε κι εσάς μ’αυτούς τους δύο και μ’όλους τους άλλους κρίκους της «χρυσής αλυσίδας» της μεταπολεμικής Ελλάδας, είναι αυτή που θα μου δώσει καύσιμα και για την υπόλοιπη ζωή, με τα σκοτάδια που μας κυκλώνουν, αυτά της ύπαρξης κι αυτά του πλανήτη, που ξεφορτώνεται τόσο εύκολα ό,τι τον έκανε για λίγο φωτεινό. Κι όμως, για να δανειστώ ξανά τα δικά του λόγια, «θα βρεθούμε κάποτε ξανά, με τα ίδια αυτά σώματα, με τα ίδια χαμόγελα», στο ίδιο τραπέζι, στο ίδιο περιβόλι. Και ο Διονύσης θα μας περιμένει εκεί, λυτρωμένος από τα βάρη της αρρώστιας μας, να «σμίξει παλιές κι αναμμένες τροχιές με το ροκ του μέλλοντός μας».

Γεια σου, ακριβέ κι αγαπημένε μου. Θα σου χρωστώ για πάντα όλο τον εαυτό μου –κι αυτόν που λέω πως έχω κι εκείνον που δεν ξέρω ακόμα.